Ιούν 21, 2018 - Πλίνθοι & κέραμοι, Στους Imaginistes    Δεν επιτρέπεται σχολιασμός στο Τα πιάτα ήταν στο τραπέζι

Τα πιάτα ήταν στο τραπέζι

Τέλη Αυγούστου πριν από κάμποσα χρόνια κι ένα ακόμη ταξίδι στη Δυτική Μακεδονία. Αγαπημένος προορισμός οι Πρέσπες.

Διαμονή στον Άγιο Γερμανό, βόλτες με το βαρκάκι με τη μηχανή του να ξεσηκώνει τα πουλιά, γριβάδι και φασόλια στις ταβέρνες της περιοχής, ατέλειωτοι ποδαρόδρομοι στα μονοπάτια γύρω απ’ τις λίμνες.

-Τόσες φορές έχουμε έρθει και δεν πήγαμε ποτέ να δούμε τη σπηλιά – νοσοκομείο του Δημοκρατικού Στρατού.
– Αντέχεις μεσημεριάτικα να πάμε τώρα;

Στο Βροντερό ένα άλλο τοπίο. Θημωνιές αριστερά και δεξιά του δρόμου, γυναίκες με μαντήλια και μεγάλα χρυσά σκουλαρίκια, πρόσωπα διαφορετικά. Λες και περνούσες από βλαχοχώρι. Και ο αυγουστιάτικος ήλιος να τα καίει όλα.

– Καλά πάμε για τη σπηλιά;
– Τη σπηλιά του Κόκκαλη λέτε;
– Αυτή που ήταν νοσοκομείο στον εμφύλιο πόλεμο.
– Του Κόκκαλη. Όλο ευθεία αλλά δεν θα μπορέσετε να φτάσετε κοντά με τ΄ αυτοκίνητο. Θα περπατήσετε. Έβρεξε και ο δρόμος έχει χαλάσει.
~~~
– Τη βρήκατε;
– Δεν μπορέσαμε να φτάσουμε.
– Τώρα δεν έχει τίποτε μέσα. Τα κάψανε όλα. Πριν από χρόνια ήταν γεμάτη κρεβάτια απ΄το νοσοκομείο. Ήθελε άδεια απ’ τον στρατό για να μπεις. Από που είστε παιδιά; Η γιαγιά αρχίζει την κουβέντα στο καφενείο όπου γυρίσαμε κατακόκκινοι απ’ τον ήλιο, μοναδικοί θαμώνες.
– Από Αθήνα ερχόμαστε.
– Ξέρετε, εμείς δεν είμαστε από εδώ.
– Από που είστε;
– Είμαστε Βλάχοι. Στην Πρέβεζα μέναμε. Μας έφερε ο Παπάγος μετά το ’50. Ήρθε ο στρατός και μας πήρε. Το χωρίο το βρήκαμε άδειο. Πεντακόσιοι νοματαίοι μένανε μας είπαν. Μπήκαμε στα σπίτια των ανθρώπων και τα βρήκαμε όπως τα άφησαν. Ακόμα και τα πιάτα ήταν στο τραπέζι.
– Και που πήγαν;
– Πέρασαν απέναντι. Τ΄ άφησαν όλα εδώ. Ακόμα και τα πιάτα ήταν στο τραπέζι, επαναλάμβανε η γιαγιά.
– Δε γύρισε κανένας;
– Κανένας. Μείναν εκεί. Εμείς φτιάξαμε τις ζωές μας εδώ αλλά όλο και λιγοστεύουμε. Φεύγουν τα παιδιά. Τι να κάνουν;

Το βράδυ στο πανηγύρι η ορχήστρα τραγουδούσε μια ποντιακά, μια ηπειρώτικα και μια βαρούσαν τα χάλκινα. Μόνο που στα τελευταία πολλά τραγούδια δεν είχαν λόγια. Μόνο μουσική.

– Δεν τα πολυμιλάμε τώρα. Λένε απ’ τη διπλανή παρέα.

Ένας κόσμος που πήγε από «εκεί» και άφησε τα πιάτα στο τραπέζι, άνθρωποι που τους έβαλαν με το ζόρι να γεμίσουν το «κενό» στα σύνορα, τραγούδια χωρίς λόγια, μια γλώσσα που δεν ονοματίζεται. Ανθρώπινες ιστορίες που ανακατεύονται με Μεγαλέξανδρους και μακεδονομάχους. Ταυτότητες ανθρώπων που αναζητούν το φως, ταυτότητες ανθρώπων που ζητάμε να μείνουν στο σκοτάδι.

Comments are closed.