Πλίνθοι & κέραμοι

~~~


Φεβ 2, 2018 - Πλίνθοι & κέραμοι    Δεν επιτρέπεται σχολιασμός στο Μακεδονία ξακουστή

Μακεδονία ξακουστή

«Μακεδονία ξακουστή
του Αλεξάνδρου η χώρα,
που έδιωξες τους Βούλγαρους
κι ελεύθερη είσαι τώρα.

Ήσουν και θα ‘σαι ελληνική,
Ελλήνων το καμάρι,
κι εμείς Ελληνόπουλα
σου πλέκουμε στεφάνι!»

Τραγουδούσαμε εν χορώ, με τη δασκάλα να κρατάει τον ρυθμό, μπροστά απ’ την μπρούτζινη προτομή του Μεγαλέξανδρου – τις είχε στείλει η Χούντα σε όλα τα σχολεία.

Τραγουδούσαμε, κοιτάζαμε μετά τον χάρτη στον τοίχο της τάξης που μ’ ένα ροζουλί χρωματάκι έδειχνε «το Κράτος του Μεγάλου Αλεξάνδρου» και φανταζόμασταν περικεφαλαίες, σάρισες, εμάς καβάλα στον Βουκεφάλα να ξαναφτιάχνουμε τη μικρή Ελλάδίτσα κυρίαρχη του κόσμου εξολοθρεύοντας τους βαρβάρους σαν τις μύγες.

Μπροστά, δίπλα απ’ τον πίνακα, ο άλλος χάρτης, ο σύγχρονος «Πολιτικός Χάρτης της Ελλάδος», έγραφε στα βόρεια σύνορά μας με μεγάλα μαύρα γράμματα «Λ.Δ. Μακεδονίας», το ίδιο και στο βιβλίο της Γεωγραφίας μας. Αυτό βέβαια τότε κανέναν δεν τον ενοχλούσε γιατί εκεί ήταν οι «καλοί» κομμουνιστές σε αντίθεση με τους «κακούς» στην Αλβανία και στη Βουλγαρία.

~~~

Πέρασαν τα χρόνια, κάποια στιγμή κατεβήκαμε απ’ τους Βουκεφάλες, όσοι κατεβήκαμε, γιατί καταλάβαμε ότι η Ελλαδίτσα μας θα γίνει μεγάλη όχι μηρυκάζοντας τα κλέη των αρχαίων ημών προγόνων, αλλά με πολλή δουλειά, με πολλή μόρφωση, με πολλή δημοκρατία.

Τις περικεφαλαίες και τις σάρισες τις αφήσαμε σε μια μειοψηφία γραφικών ή τουλάχιστον έτσι νομίζαμε.

~~~

«Μεσήλιξ τώρα εγώ σε οθόνη έγχρωμη
ξυπνώ με τις Πρεσθλάβες να βουίζουνε.
Οι δείχτες στο ρολόι γυρνούν ανάποδα
στον παιδικό μου εθνικισμό, τον πιο παγκόσμιο.» [1]

~~~

-Εσύ τι λες για το μακεδονικό;

-Τι να πω;. Αν σας πω ότι μου είναι παγερά αδιάφορο το όνομα θα αρχίσετε πάλι τα βαριά εθνικοπατριωτικά και θα μαλώσουμε. Οπότε απλά παρακολουθώ.

▲ Παρακολουθώ τους σύγχρονους μακεδονομάχους να ζώνουν τα φυσεκλίκια στις μπαρουτοκαπνισμένες σελίδες του φέισμπουκ και του τουίτερ, να παίρνουν το εθνόμετρο στα χέρια και να απειλούν δεξιά και αριστερά τους εθνομηδενιστές (sic) φαντασιαζόμενοι ότι είναι γνήσια τέκνα του Αλεξάνδρου και της Ρωξάνης. Με ή χωρίς περικεφαλαία.

▼ Παρακολουθώ τη διπολική διαταραχή των συντρόφων που απ’ τη μια κάνουν γαργάρα τρία χρόνια τώρα τον συναγελασμό με ψεκασμένους καμένους εθνικιστές και απ’ την άλλη κουνάνε το δάχτυλο στους άλλους κατηγορώντας τους για εθνικιστές και άλλα τέτοια γραφικά.

▲ Παρακολουθώ τους βαλκάνιους φιλελεύθερους Νεοδημοκράτες να επιστρέφουν ολοταχώς στο «πατρίς – θρησκεία – οικογένεια» φοβούμενοι μη χάσουν την εύνοια των παπάδων και τα ζεστά ψηφουλάκια των «πατριωτών».

▼ Παρακολουθώ κάτι πονεμένους (κεντρο)αριστερούς που αφού επένδυσαν τα προηγούμενα χρόνια στο εκσυγχρονιστικό ΠΑΣΟΚ και έφαγαν ένα καλό στραπάτσο από εκεί, να αναζητούν τη λύση στον κ. Μητσοτάκη, να μην τους βγαίνει, και να προσπαθούν να δικαιολογήσουν τα αδικαιολόγητα.

~~~

«Πού μείναμε βρε Πέτρο μου ολομόναχοι;
Παράξενη σιωπή: Εδώ Βαλκάνια.
Ρουμάνοι, Σέρβοι, Ρώσοι, Αλβανοί, Ρωμιοί.
Τούς βλέπεις στο μετρό φυλές αλλόκοτες
[…]
η ακτίνα έχει σβήσει, πουθενά επαφή.» [1]

~~~

Τους παρακολουθώ όλους, διαβάζω αυτά που γράφουν, αυτά που δείχνουν και σκέφτομαι συνεχώς τρόπους για να την κάνουμε από δω.

Σκέφτομαι αλλά δεν βρίσκω τίποτε γιατί είμαστε εγκλωβισμένοι. Μας έδωσε «σιγουριά» το δημοσιοϋπαλληλίκι αλλά και μας εγκλώβισε οπότε καταλήγουμε πάλι:

«Ολαρία ολαρά, γύρω – γύρω τα παιδιά,
ο μαρκήσιος Ντε Σαντ μ’ ένα χίπη,
ο φονιάς με το θύμα αγκαλιά
ο γραμματέας μαζί με τον αλήτη
κι η παρθένα με τον σατανά.» [2]

Υ.Γ. Τουλάχιστον να την κάνουν από δω τα παιδιά μας.


[1] Διονύσης Σαββόπουλος, Πρεσθλάβες, 1994
[2] Διονύσης Σαββόπουλος, Εμείς του `60, 1989

Νοέ 17, 2017 - Πλίνθοι & κέραμοι, Στους Imaginistes    Δεν επιτρέπεται σχολιασμός στο Πονάει χέρι, κόβει κεφάλι

Πονάει χέρι, κόβει κεφάλι

– Πλιγκ! Ο ήχος απ’ το κινητό λίγο μετά τα μεσάνυχτα.

– Μα ποιος στέλνει μηνύματα τέτοια ώρα;

– Συνάδελφος είναι. Πήρε απόφαση η Περιφέρει να κλείσει όλα τα σχολεία αύριο.

– Όλα! Γιατί; Τι έγινε;

– Βρέχει.

– Φθινόπωρο είναι, λογικό δεν είναι να βρέχει;

– Ξέρεις είναι και οι καταστροφές, οι νεκροί στη Μάνδρα. Μάλλον φοβήθηκαν.

– Και τι σχέση έχει το ένα με το άλλο; Εκλέγονται όχι για να φοβούνται αλλά για να λύνουν προβλήματα. Και όταν παίρνεις αποφάσεις που αφορούν την καθημερινότητα εκατομμυρίων ανθρώπων στο πόδι αυτό που «εκπέμπεις» δεν βοηθάει. Σε κανένα επίπεδο.

– Και τι να κάνουν; Αν γινόταν πάλι κάτι;

– Να τα κρατήσουμε λοιπόν μόνιμα κλειστά τα σχολεία γιατί πάντα υπάρχει ο κίνδυνος να γίνει κάτι. Είναι άλλο πράγμα οι στοχευμένες παρεμβάσεις, το συγκεκριμένο σχολείο που είναι πάνω/δίπλα στο ρέμα, η γειτονιά που πλημμυρίζει, ο δρόμος που δεν μπορούν να τον περάσουν τα παιδιά όταν βρέχει και άλλο αυτό που έκαναν. Είναι ανεπίτρεπτο και το μόνο που δείχνει είναι πανικό, ανικανότητα και ανευθυνότητα.

– Τι γκρινιάζεις; Κουτί σου ήρθε. Εσύ δάσκαλος είσαι, θα ξυπνήσεις αύριο αργά και θα πιεις και το καφεδάκι σου με την ησυχία σου.

«Μας βαρούν κλαρίνα και τραβάμε ίσια
σε ανηφοριές γνωστές με κυπαρίσσια» [1]

– Καλημέρα! Πού σε βρίσκω πρωί πρωί;

– Σχολείο είμαι και βγάζω μια ανακοίνωση ότι δε θα λειτουργήσει σήμερα. Έδιωξα και 5 – 6 πιτσιρίκια που είχαν έρθει για τη γιορτή. Θα καθίσω λίγο ακόμα μήπως έρθουν άλλα και θα φύγω. Καλά είναι απίθανοι! Μεσάνυχτα αποφάσισαν ότι κλείνουν όλα τα σχολεία. Τι τους έπιασε; Δεν ξέρουν τι τους γίνεται!

– Τι να σου πω. Δίκιο έχεις.

«Μπάταρε ο κόσμος δεν τον βλέπεις γουβιάζει
κι εγώ που πάνω απ’ όλα σκεφτόμουν τη ντροπή
είμαι Θιασώτης – και κάνω πια πως δε με νοιάζει.» [2]


[1] Διονύσης Σαββόπουλος, Μας βαράνε ντέφια
[2] Active Member – Εχθρός του λαού: https://goo.gl/cS7ciN

Οκτ 28, 2017 - Πλίνθοι & κέραμοι, Στους Imaginistes    Δεν επιτρέπεται σχολιασμός στο Αεροπλάνα, τι πολλά

Αεροπλάνα, τι πολλά

«Αεροπλάνα, τι πολλά
έλα να δεις Μπεμπέκα!
Τα παιδάκια τα μετρούν
και τα βγάζουν δέκα.»

Πρέπει να είναι ένα από τα λίγα ποιηματάκια που θυμάμαι απ’ τα νηπιακά μου χρόνια. Ήταν δέκα ποιήματα, ένα για κάθε αριθμό, που μου τα διάβαζαν από ένα βιβλιαράκι των εκδόσεων Άγκυρα ξανά και ξανά για να μάθω τους αριθμούς. Κάπου θρονιάστηκαν σε μια γωνίτσα του μυαλού, ξεθώριασαν με το πέρασμα των χρόνων, όλο τον καιρό μένουν εκεί ξεχασμένα, αλλά για κάποιον ανεξήγητο λόγο κάθε χρόνο, τέτοια μέρα,

τσουπ!

 το συγκεκριμένο βγαίνει στην επιφάνεια.

Δεν ξέρω ποιο είναι το ερέθισμα που το ανασύρει. Υποθέτω ότι είναι ο θόρυβος των αεροπλάνων που πετάνε πάνω απ’ τις παρελάσεις, δείγμα της πολεμικής ετοιμότητας της πτωχευμένης Ελλαδίτσας για να φοβηθούν οι οχτροί και να αναπτερωθεί το ηθικό των γηγενών.

Οι γύρω μου βλέπουν τα αεροπλάνα, ακούνε τα ταμπούρλα να χτυπάνε, θαυμάζουν τις ευθύγραμμες σειρές, σχολιάζουν καλλίπυγες δασκάλες που δίνουν παραγγέλματα,  θυμούνται ένδοξες στιγμές  ή στιγμές που νομίζουν ότι είναι ένδοξες, νιώθουν με όλα αυτά ρίγη εθνικής συγκινήσεως και εγώ κολλημένος να σκέφτομαι το ποιηματάκι με την Μπεμπέκα.

Αυτό και οχτώ στοιχισμένες παστούλες έτοιμες για τον φούρνο:

«Οχτώ παστούλες έφτιαξε
ο Άρης με τη Σίσση
και στη γραμμή τις έβαλε
στο φούρνο να τις ψήσει.»

Άβυσσος η ψυχή του ανθρώπου!

Σελίδες:1234567...69»