Η λύση
Η λύση
(Die Lösung)
Ύστερα απ΄ την εξέγερση της 17 του Ιούνη
ο γραμματέας της Ένωσης Λογοτεχνών
έβαλε και μοιράσανε στη λεωφόρο Στάλιν προκηρύξεις
που λέγανε πως ο λαός
έχασε την εμπιστοσύνη της κυβέρνησης,
και δεν μπορεί να την ξανακερδίσει
παρά μονάχα με διπλή προσπάθεια. Δε θα ‘ταν τότε
πιο απλό η κυβέρνηση
να διαλύσει τον λαό,
και να εκλέξει έναν άλλον;
Μπέρτολτ Μπρεχτ, 1953

Παρακολουθώ με απορία και λύπη ποικίλες αναρτήσεις φίλων που ειρωνεύονται και χαριτολογούν για την κατάσταση που έχει δημιουργηθεί με τις τράπεζες. Για τους ανθρώπους που στέκονται στις ουρές και δεν έχουν την άνεση να πληκτρολογούν στο facebook και στο twiter ατάκες.
Να ειρωνεύονται τις ανάγκες τους, το άγχος τους για το αύριο.
Να παρουσιάζεται ως πράξη αντίστασης το «εγώ δεν κάθομαι στην ουρά». Στα φανερά εννοείται.
– Μα καλά έχουν χρήματα ακόμα;
– Γιατί δεν μπορούν να ζήσουν με 60€ την ημέρα; Ζούσαν με περισσότερα;
– Πώς ανέχθηκαν τόσα χρόνια τις ουρές στα συσσίτια; Τώρα γιατί διαμαρτύρονται;
– Πού θα πάνε και τρέχουν στα βενζινάδικα;
Μες την τρελή χαρά!
Δεν μπορώ να το καταλάβω.
Ήταν πάντα έτσι η αριστερά και εγώ δεν το ‘βλεπα;
Μικροαστοί ψιλοβολεμένοι που όταν ήρθαν τα δύσκολα της εξουσίας βρήκαμε πάλι τους φταίχτες στους άλλους. Επαναστάτες των ταβερνείων και των πρόωρων συντάξεων. Και χωρίς να κοιταχτούμε στον καθρέφτη σκύψαμε στα πληκτρολόγια.
Ήθελα να γράψω κάτι. Για εκτόνωση όπως και τα περισσότερα.
Αλλά βρήκα ένα κείμενο του Βασίλη Ξυδιά στον «δρόμο της Αριστεράς» [1] που λέει όλα όσα ήθελα να γράψω. Και ακόμα περισσότερα:
«Το αξιοπρεπές άτομο δεν μπορεί να σταθεί στην ουρά. Όπως δεν μπορεί γενικώς να συγχρωτίζεται με τον πολύ κόσμο, και μάλιστα για ταπεινά πράγματα. Λοιδορεί λοιπόν η ριζοσπαστική-επαναστατική διανόηση τον λαουτζίκο που έτρεξε στις ουρές των τραπεζών, των σούπερ-μάρκετ και των βενζινάδικων. Λες και οι πολιτικές μάχες δίνονται απ’ όσους είναι απαλλαγμένοι από τις γήινες ανάγκες, κι απ’ όσους δεν χρειάζεται να φροντίζουν για την καθημερινότητα, τη δική τους ή των δικών τους. Ο ρομαντικός επαναστατισμός σαν μονοφυσιτική αίρεση.
Κι όμως εγώ είδα χθες στις ουρές των τραπεζών ανθρώπους ψύχραιμους και ευγενείς, που δεν βρίζονταν ούτε έσπρωχναν ό ένας τον άλλον για να προλάβουν μην αδειάσει το ΑΤΜ· ούτε διαπληκτίζονταν για το ποιος φταίει που φτάσαμε σ’ αυτή την κατάσταση. Σ’ αυτούς τους ανθρώπους που μιλούσαν μεταξύ τους «όμορφα και απλά», περιμένοντας υπομονετικά στην ουρά, είδα τη ζύμη ενός λαού που μπορεί όντως να πει ΟΧΙ. Ανθρώπους που μπορούν να δώσουν τη μάχη της αξιοπρέπειας και της ανεξαρτησίας έχοντας επίγνωση ότι ο αγώνας που ανοίγεται μπροστά τους είναι μαραθώνιος, κι όχι απλό κατοστάρι.
Αναρωτιέμαι αν η ριζοσπαστική-επαναστατική διανόηση έχει αυτή την επίγνωση και την ανάλογη αντοχή. Αν ξέρει τι την περιμένει σαν καθημερινότητα από δω και πέρα· αν έχει συναίσθηση των ασκών που άνοιξε η προκήρυξη του δημοψηφίσματος. (Ας το πούμε έτσι, εν παρενθέσει: Όποιο κι αν είναι το αποτέλεσμα – είτε το ΟΧΙ, είτε το ΝΑΙ – η ζωή στην Ελλάδα δεν θα είναι πλέον όπως ήταν μέχρι χθες. Η μεγάλη πλειονότητα του λαού θα βιώσει – όλοι μας θα βιώσουμε – μια άνευ προηγουμένου φτωχοποίηση. Σε περίπτωση συμφωνίας το αποτέλεσμα θα είναι προφανώς βαριά λιτότητα, ενώ αν επικρατήσει ένα ισχυρό ΟΧΙ με συνέπεια την οριστική ρήξη με τους δανειστές, τότε και πάλι θα περάσουμε από πολύ δύσκολα, «αχαρτογράφητα», όπως όλοι λένε, νερά.)
Εν όψει αυτών των καταστάσεων φοβάμαι πως η βδομάδα αυτή με τις κλειστές τράπεζες, και το 60άρι όριο στις αναλήψεις, δεν είναι παρά ένα πρώτο φροντιστήριο, μια απλή προπόνηση για ό,τι μέλει να ακολουθήσει. Κι όσο κι αν τώρα μάς κάνει κόπο να κάτσουμε κι εμείς στη σειρά – κατά το γνωστό τραγουδάκι του Γ. Οικονομίδη – αυτή μπορεί να αποδειχθεί ένας από τους κυτταρικούς θεσμούς του μεταευδαιμονιακού Ελληνισμού. Ναι, εκεί, στις ουρές, μεριμνώντας για την ταπεινή υλική πραγματικότητα, είναι ίσως που θα ζυμωθεί η νέα συλλογική συνείδηση των Ελλήνων· πολύ περισσότερο απ’ ό,τι στους υποτιθέμενους χώρους του πνεύματος (γκαλερί, θέατρα κτό) ή του αγώνα (διαδηλώσεις, συνελεύσεις κλπ).»
