Δε θα προλάβουμε
Ανηφορίζοντας για τα Γιάννενα. Από τις ημιτελείς έρημες ευθείες της Ιονίας στις απότομες στροφές δίπλα απ΄τον Λούρο. Με το καιρό να αλλάζει συνεχώς μα σταθερά μουντός και μελαγχολικός.

Κολλημένος πίσω από μια νταλίκα, τρίτη, τετάρτη, τρίτη, δευτέρα. «Κοτόπουλα Άρτας». Άσπρα γράμματα σε πράσινη λαμαρίνα. Γιατί έχουν τόσα φωτάκια οι νταλίκες;
Εναλλαγές δρόμων, εναλλαγές ταχυτήτων, εναλλαγές καιρού, εναλλαγές σκέψεων.

– Απ´ την άλλη είσοδο. Ρωτήστε πάλι.
– Γιατί ήρθες; Θα τα βολεύαμε.

Ατέλειωτες ώρες αναμονής. Ή να είναι ο χρόνος που μερικές φορές τρέχει τόσο γρήγορα και άλλες, σαν τώρα, απελπιστικά αργά;
– Μπορείτε να προσέξετε την τσάντα μου; Μισό λεπτό θα λείψω.
– Αργούν. Πήγαινε να ρωτήσεις. Γιατί αργούν;
«Απαγορεύεται η είσοδος».
– Είναι καλά. Φύγε!
Φεύγω – έρχομαι.

Το μάτι τραμπαλίζεται απ΄τη σελίδα του βιβλίου στον ξεφλουδισμένο τοίχο του νοσοκομείου και από κει στην απέναντι πλαγιά με την ομίχλη να κατεβαίνει. Μέσα – έξω συνεχώς με τις λέξεις να μην ξεκολλάνε απ΄τη σελίδα. Να επιστρέφεις ξανά και ξανά χάνοντας συνεχώς το μονοπάτι του συγγραφέα.


Είναι και αυτή η βουή που δεν σταματάει. Το δυνατό κλάμα του μικρού παιδιού στο βάθος του διαδρόμου, οι συνεχόμενες συζητήσεις στα κινητά, «όλα πήγαν καλά», «κανόνισε τι θα γίνει με τον γιατρό», «ακόμα δεν πέρασε», «είπε ότι θα βγούμε αύριο, δεν ξέρω», «τι του έδωσες;», ο νοσοκόμος που προσπαθεί να ηρεμήσει τον εξαγριωμένο παππού που θέλει να φύγει, ο θόρυβος από ρόδες κρεβατιών, φορείων, καροτσιών στο μαρμάρινο πάτωμα.
Μέσα – έξω συνεχώς με τις λέξεις να μην ξεκολλάνε απ΄τη σελίδα. Να επιστρέφεις ξανά και ξανά χάνοντας συνεχώς το μονοπάτι του συγγραφέα.

– Φύγε μην κάθεσαι άλλο. Είσαι κουρασμένος. Φύγε.
Φεύγω – έρχομαι.
Πίσω στο χωριό. Στις ξεθωριασμένες παιδικές μνήμες.

– Πώς πήγε; Όλα καλά; Πότε θα βγει;
– Μην περνάς κάτω απ´ τη λεμονιά. Είναι βρεγμένη θα γίνεις μούσκεμα.
Φεύγω – έρχομαι.

Κλείνει άραγε ποτέ η μπάρα της εισόδου;
Σταματάει η βουή;
Γιατί έχει τόσα αδέσποτα; Ποιος τα ταΐζει;


– Φύγε. Θα μείνω εγώ το βράδυ. Έχει φαγητό στο ψυγείο.
Φεύγω – έρχομαι.


-Γιατί ήρθες; Θα φτιάξω αύριο μια πίτα για το παιδί; Να περάσεις να την πας γυρνώντας.
Φεύγω με τη βροχή να δυναμώνει και τη φωνή του Μίσσιου να τριβελίζει:

«Μόνο όταν ο θάνατος χτυπήσει κάποιο αγαπημένο μας πρόσωπο, πονάμε, γιατί συνήθως σκεφτόμαστε πως θέλαμε να του πούμε τόσα σημαντικά πράγματα, όπως:
Πόσο τον αγαπούσαμε, πόσο σημαντικός ήταν για μας.
Όμως, τ΄αφήσαμε για αύριο.»
Έχουμε αφήσει και συνεχώς αφήνουμε πολλά για αύριο. Και ο χρόνος στερεύει και δε θα προλάβουμε.
