25 Οκτωβρίου 2026

7,99€

Στη μαμά αρέσουν πολύ τα φωτάκια. Της αρέσει να κάθεται στην αυλή καθώς βραδιάζει
και να βλέπει
τα κρεμασμένα στο υπόστεγο ηλιακά φαναράκια,
τα φωτισμένα δέντρα αριστερά και δεξιά από το πλακόστρωτο δρομάκι που οδηγεί στο σπίτι.
Τα βλέπει, χαμογελάει και ρωτάει κάθε φορά:

– Μα πώς δουλεύουν χωρίς ρεύμα;

– Μαμά μαζεύουν ήλιο όλη τη μέρα, τον κάνουν ρεύμα και το χρησιμοποιούν το βράδυ.

– Πώς το κάνουν αυτό;

~~~

Κάθε καλοκαίρι όλο και κάποιο φαναράκι έμπαινε στο σπίτι.
Είτε γιατί χάλασε ένα παλιότερο, είτε για να φωτίσει τον κήπο ή μια σκοτεινή γωνία…
…και φέτος:

– Αφού σου αρέσουν τόσο πολύ θα βάλω και μια σειρά από φωτάκια στη σίτα στον δρόμο.

– Θα το πάρουν οι τσιφτιλήδες παιδί μου εκεί.

– Ποιος θα το πάρει βρε μαμά 7-8€ κάνει!

~~~~

Κάποια στιγμή η ηλιακή γιρλάντα με τα λεντάκια αγοράστηκε από τα Τζάμπο,
παιδεύτηκα να την τοποθετήσω,
ήταν και η μπερδεμένη κληματαριά που έπεφτε πάνω στον φράχτη,
βάλε και τις σφήκες που βούιζαν θυμωμένες κάθε φορά που κουνούσα τα τσαμπιά,

– Φόρεσε το καπέλο σου! Τι κάνεις τόση ώρα στον ήλιο;

αλλά τελικά μπήκε
και η αυλή το βράδυ πήρε άλλη όψη.

– Σαν παλάτι έγινε το σπίτι. Έλεγε όλο καμάρι η μαμά για να ρωτήσει πάλι.

– Καλά, από πού παίρνουν ρεύμα;

~~~

Η γιρλάντα κρεμάστηκε κάπου στα μέσα του καλοκαιριού,
η μαμά καμάρωνε…
…μέχρι που πριν λίγο καιρό ένα βράδυ στο τηλέφωνο:

– Παιδί μου γιατί δεν ανάβουν τα λαμπάκια στον φράχτη;

για να επανέλθει την επομένη:

– Δεν είναι τα φωτάκια εκεί. Κάποιος τα πήρε!

~~~

Τον/την φαντάζομαι το βράδυ να προσπαθεί να ξετυλίξει το καλώδιο από τα σύρματα και τις κληματσίδες,
να κοιτάζει δεξιά και αριστερά μήπως και έρθει κάποιος και τον/την δει
για να πάρει τελικά μια σειρά από λεντάκια των 7,99€. (Ευτυχώς που το βράδυ δεν υπάρχουν σφήκες για να κινδυνέψει να τσιμπηθεί.)
Τον/την φαντάζομαι
και στο μυαλό μου έρχονται οι στίχοι του τραγουδοποιού:

«Δεν υπάρχει ελπίς
στην Ελλάδα ζεις.
Σκαλιστές σκιές
μακρυχέρηδες
με το φως σπασμένο
κρατικοποιημένο,
αχ, οι Έλληνες !»[1]

~~~

– Μη στεναχωριέσαι μαμά. Θα βάλουμε καινούρια μόλις ξανάρθουμε στο χωριό.


[1] Διονύσης Σαββόπουλος, Κωλοέλληνες, Το κούρεμα, 1989

4 Ιουλίου 2026

Πλέξιμο

Οι άσπρες πλαστικές καρέκλες στο χωριό,
φτηνιάρικες,
αγορασμένες
συνήθως από πλανόδιους,

– Πάρε άλλη μια κυρία, θα στις αφήσω 10 ευρώ!

έλιωναν από τον ήλιο,
θρυμματιζόταν σιγά σιγά.

– Πρόσεχε πριν καθίσεις
μπορεί να σπάσει το πόδι της.

~~~

«Όταν στρώνεις το τραπέζι
πριν καθίσεις
να ελέγχεις σχολαστικά
την αντικρινή σου καρέκλα
αν είναι γερή μήπως τρίζει
μήπως χαλάρωσαν οι εγκοπές
μήπως φαγώθηκαν οι αρμοί
αν υποσκάπτει το σκελετό
σκουλήκι
γιατί εκείνος που δεν κάθεται
γίνεται κάθε μέρα όλο και πιο βαρύς.» [1]

~~~

– Δεν είναι δουλειά αυτή. Να πάρουμε κάτι καλύτερο. Ακόμα και το τραπέζι διαλύθηκε.

Και έτσι,
πριν δυο χρόνια,
η αυλή αναβαθμίστηκε
με το μεταλλικό τραπέζι,
με τη γυάλινη επιφάνεια,
με τις 4 μεταλλικές καρέκλες.

-Οι καρέκλες έχουν σκελετό από ατσάλι με επίστρωση βαφής σκόνης. Δεν σκουριάζει! Επισήμανε ο πωλητής.

~~~

«Η τέταρτη καρέκλα
δεν προβλέπεται
από το καταστατικό χάρτη
τούτων των συναθροίσεων,
ως εκ τούτου
με τρεις μονάχα θα συνομιλώ
όσο για τη τέταρτη,
ας προσποιούμαι ότι υπάρχει
στο γύρο της συνομιλίας.» [2]

~~~

Μεταλλικές καρέκλες,
αλλά το κάθισμα και η πλάτη από πλαστικο
και κάποια στιγμή:

– Έχουν σκιστεί τα καθίσματα σε δύο καρέκλες. Μήπως υπάρχουν ανταλλακτικα;
– Κάτι βρήκα. Πρέπε να τα παραγγείλουμε, αλλά με τα μεταφορικά θα μας στοιχίσει όσο και η καρέκλα.
– Να πάρουμε τότε καινούριες.
– Λέω να κάνω μια προσπάθεια να πλέξω το κάθισμα. Είδα και κάτι βιντεάκια. Θα αγοράσω αύριο σχοινί.

~~~

«Όταν φύγανε όλοι, οι καρέκλες μείνανε στην αυλή
κάτω απ’ το φεγγάρι.
Άλλες αναποδογυρισμένες, άλλες αντικριστές.
Έμοιαζαν με ανθρώπους που κουβεντιάζουν ακόμα
δίχως φωνή, μες στη μεγάλη σιωπή της νύχτας.» [3]

~~~~

– Κάπως έτσι. Έχασα κάποια στιγμή το μέτρημα με το στημόνι, αλλά είναι σταθερή. Η επόμενη θα βγεί καλύτερη πιστεύω.
Δοκίμασέ την να δεις αν κάθεσαι άνετα…

~~~

«Υπάρχει μια ιδιαίτερη γεωμετρία
στην καρέκλα που έμεινε άδεια.
Διατηρεί για λίγο το σχήμα της ζεστασιάς,
ένα αποτύπωμα που σβήνει αργά.
Μετά, γίνεται απλώς ένα αντικείμενο
που σε κοιτάζει με απορία, ρωτώντας πού πήγες.» [4]


[1]Κική Δημουλά, Πρόσεχε, Μεταφερθήκαμε παραπλεύρως, Ίκαρος, 2007
[2] Ευγενία Βογιατζή, Τέταρτη καρέκλα
[3]Γιάννης Ρίτσος, Τοπίο με καρέκλες, Μαρτυρίες, Σειρά Πρώτη, 1963
[4]ΑΙ ποιητικό σχεδίασμα σε ποίηση της Βισουάβα Σιμπόρσκα.

Category: Πλίνθοι & κέραμοι, Στους Imaginistes | Δεν επιτρέπεται σχολιασμός στο Πλέξιμο
22 Οκτωβρίου 2025

Διονύσης Σαββόπουλος

«Δεν έχω ύπνο ενώ γλυκό το αηδόνι
την ομορφιά της νιώθει και πονάει
ποια να ‘ναι η δίψα που μας σιγολειώνει
και διψασμένους κι άυπνους μας κρατάει;» [1]

~~~

Έφυγε και ο τραγουδοποιός της νιότης μας κι όχι μόνο,

~~~

«Αηδόνι πες μου απ’ του δικού σου μπλουζ τα ύψη
πριν διαλυθείς εκεί στον φθόγγο τον οξύ
ποιες κερασιές του ουρανού
των δυο χειλιών της η πορφύρα
μου ‘χει κρύψει
σαν των γλουτών της το άσπρο μήλο πού αλλού;» [1]

~~~

Θα μείνουν όμως τα τραγούδια του μαζί μας,
μόνιμοι σύντροφοί μας,
για να μας ταξιδεύουν στον χρόνο,
και στο όνειρο.

~~~

«Κι όλα γλιστρούν πια, δίχως κουπιά
με το αεράκι στο πανί τους
δεν ξεχωρίζω αηδόνι πια
μόν’ της καρδούλας σου τους χτύπους.» [1]


[1] Διονύσης Σαββόπουλος, Αηδόνι στην κερασιά, 1999

Category: Πλίνθοι & κέραμοι, Στους Imaginistes | Δεν επιτρέπεται σχολιασμός στο Διονύσης Σαββόπουλος