4 Ιουλίου 2026

Πλέξιμο

Οι άσπρες πλαστικές καρέκλες στο χωριό,
φτηνιάρικες,
αγορασμένες
συνήθως από πλανόδιους,

– Πάρε άλλη μια κυρία, θα στις αφήσω 10 ευρώ!

έλιωναν από τον ήλιο,
θρυμματιζόταν σιγά σιγά.

– Πρόσεχε πριν καθίσεις
μπορεί να σπάσει το πόδι της.

~~~

«Όταν στρώνεις το τραπέζι
πριν καθίσεις
να ελέγχεις σχολαστικά
την αντικρινή σου καρέκλα
αν είναι γερή μήπως τρίζει
μήπως χαλάρωσαν οι εγκοπές
μήπως φαγώθηκαν οι αρμοί
αν υποσκάπτει το σκελετό
σκουλήκι
γιατί εκείνος που δεν κάθεται
γίνεται κάθε μέρα όλο και πιο βαρύς.» [1]

~~~

– Δεν είναι δουλειά αυτή. Να πάρουμε κάτι καλύτερο. Ακόμα και το τραπέζι διαλύθηκε.

Και έτσι,
πριν δυο χρόνια,
η αυλή αναβαθμίστηκε
με το μεταλλικό τραπέζι,
με τη γυάλινη επιφάνεια,
με τις 4 μεταλλικές καρέκλες.

-Οι καρέκλες έχουν σκελετό από ατσάλι με επίστρωση βαφής σκόνης. Δεν σκουριάζει! Επισήμανε ο πωλητής.

~~~

«Η τέταρτη καρέκλα
δεν προβλέπεται
από το καταστατικό χάρτη
τούτων των συναθροίσεων,
ως εκ τούτου
με τρεις μονάχα θα συνομιλώ
όσο για τη τέταρτη,
ας προσποιούμαι ότι υπάρχει
στο γύρο της συνομιλίας.» [2]

~~~

Μεταλλικές καρέκλες,
αλλά το κάθισμα και η πλάτη από πλαστικο
και κάποια στιγμή:

– Έχουν σκιστεί τα καθίσματα σε δύο καρέκλες. Μήπως υπάρχουν ανταλλακτικα;
– Κάτι βρήκα. Πρέπε να τα παραγγείλουμε, αλλά με τα μεταφορικά θα μας στοιχίσει όσο και η καρέκλα.
– Να πάρουμε τότε καινούριες.
– Λέω να κάνω μια προσπάθεια να πλέξω το κάθισμα. Είδα και κάτι βιντεάκια. Θα αγοράσω αύριο σχοινί.

~~~

«Όταν φύγανε όλοι, οι καρέκλες μείνανε στην αυλή
κάτω απ’ το φεγγάρι.
Άλλες αναποδογυρισμένες, άλλες αντικριστές.
Έμοιαζαν με ανθρώπους που κουβεντιάζουν ακόμα
δίχως φωνή, μες στη μεγάλη σιωπή της νύχτας.» [3]

~~~~

– Κάπως έτσι. Έχασα κάποια στιγμή το μέτρημα με το στημόνι, αλλά είναι σταθερή. Η επόμενη θα βγεί καλύτερη πιστεύω.
Δοκίμασέ την να δεις αν κάθεσαι άνετα…

~~~

«Υπάρχει μια ιδιαίτερη γεωμετρία
στην καρέκλα που έμεινε άδεια.
Διατηρεί για λίγο το σχήμα της ζεστασιάς,
ένα αποτύπωμα που σβήνει αργά.
Μετά, γίνεται απλώς ένα αντικείμενο
που σε κοιτάζει με απορία, ρωτώντας πού πήγες.» [4]


[1]Κική Δημουλά, Πρόσεχε, Μεταφερθήκαμε παραπλεύρως, Ίκαρος, 2007
[2] Ευγενία Βογιατζή, Τέταρτη καρέκλα
[3]Γιάννης Ρίτσος, Τοπίο με καρέκλες, Μαρτυρίες, Σειρά Πρώτη, 1963
[4]ΑΙ ποιητικό σχεδίασμα σε ποίηση της Βισουάβα Σιμπόρσκα.

22 Οκτωβρίου 2025

Διονύσης Σαββόπουλος

«Δεν έχω ύπνο ενώ γλυκό το αηδόνι
την ομορφιά της νιώθει και πονάει
ποια να ‘ναι η δίψα που μας σιγολειώνει
και διψασμένους κι άυπνους μας κρατάει;» [1]

~~~

Έφυγε και ο τραγουδοποιός της νιότης μας κι όχι μόνο,

~~~

«Αηδόνι πες μου απ’ του δικού σου μπλουζ τα ύψη
πριν διαλυθείς εκεί στον φθόγγο τον οξύ
ποιες κερασιές του ουρανού
των δυο χειλιών της η πορφύρα
μου ‘χει κρύψει
σαν των γλουτών της το άσπρο μήλο πού αλλού;» [1]

~~~

Θα μείνουν όμως τα τραγούδια του μαζί μας,
μόνιμοι σύντροφοί μας,
για να μας ταξιδεύουν στον χρόνο,
και στο όνειρο.

~~~

«Κι όλα γλιστρούν πια, δίχως κουπιά
με το αεράκι στο πανί τους
δεν ξεχωρίζω αηδόνι πια
μόν’ της καρδούλας σου τους χτύπους.» [1]


[1] Διονύσης Σαββόπουλος, Αηδόνι στην κερασιά, 1999

Category: Πλίνθοι & κέραμοι, Στους Imaginistes | Δεν επιτρέπεται σχολιασμός στο Διονύσης Σαββόπουλος
24 Σεπτεμβρίου 2025

βάρδια

~~~

Τα πρωινά, εκεί γύρω στις πέντε,
οι κινήσεις γίνονται μηχανικά:
Πλύσιμο, ξύρισμα, καφές, ντύσιμο,

μηχανικά,
αλλά όχι πάντα σωστά,
– Σήμερα κατέβηκα τις σκάλες και στην εξώπορτα κατάλαβα ότι έφευγα με τις παντόφλες.
γιατί το μυαλό από ένα σημείο και μετά αδυνατεί να εστιάσει,
γίνεται σαν μια απέραντη θάλασσα
με τις σκέψεις να πετάνε άστατα απ’ τη μια άκρη της στην άλλη.
– Πρέπει να σημειώνω το τι έχω να κάνω. Πάλι θα ξεχάσω κάτι.

~~~

Τα πρωινά, εκεί γύρω στις πέντε,
έχει μια ψύχρα που η υγρασία την κάνει πιο έντονη.
– Σου έβαλα ένα λεπτό μπουφάν. Να το φοράς γιατί το πρωί θα έχει κρύο.
αλλά,
έμεινε διπλωμένο στη βαλίτσα
γιατί το σώμα αναζητά αυτά τα αμέτρητα τσιμπήματα του ψυχρού αέρα πάνω του.

– Να το φοράς, θα κρυώσεις και τι θα γίνει τότε;
αλλά,
έμεινε διπλωμένο στη βαλίτσα
και αντιδρώ στη νουθεσία,
σαν τα μικρά που έρχονται τα κρύα πρωινά απ’ το σπίτι τους κουκουλωμένα με τα μπουφάν
και μόλις φτάνουν στην αυλή του σχολείου
τα πετάνε πάνω στις τσάντες
βγάζουν κοροϊδευτικά τη γλώσσα στον κρύο αέρα.
και τρέχουν με τα κοντομά­νικα πάνω κάτω αδιαφορώντας για τις συνετές συστάσεις μαμάδων, μπαμπάδων, δασκάλων,
– Μα κύριε δεν κρυώνω καθόλου.

~~~

«Θαμπός ο δρόμος την αυγή, χωρίς σκιές·»[1]

~~~

Τα πρωινά, εκεί γύρω στις πέντε,
η παλιά Εθνική είναι συνήθως άδεια,
με τα κίτρινα φώτα να φωτίζουν τις σκιές
και τα φανάρια να αναβοσβήνουν χωρίς σταματημό,

πράσινο
πορτοκαλί
κόκκινο
πράσινο
….
ρυθμίζοντας την κυκλοφορία ανύπαρκτων αυτοκινήτων.
– Πριν γίνει ο καινούριος δρόμος η κίνηση εδώ δε σταματούσε ποτέ.

~~~

«Kαι ο δρόμος εξακολουθεί, σκληρός,
σκληρότερος παρά ποτέ,
σκυρόστρωτος ή με άσφαλτο ντυμένος…»[1]

~~~

Τα πρωινά, εκεί γύρω στις πέντε,
λίγο πριν την ανηφόρα για το νοσοκομείο,
ντλινγκ!
έρχεται το μήνυμα:
«Ήταν ανήσυχη / κοιμήθηκε καλά,
ήθελε να φύγει / μου έλεγε ιστορίες…»

– Αν κοιμάται φύγε, σε λίγο φτάνω και θα αναλάβω εγώ…


[1] Ανδρέας Εμπειρίκος, Ο δρόμος, Οκτάνα, Ίκαρος, 1980.

Category: Πλίνθοι & κέραμοι, Στους Imaginistes | Δεν επιτρέπεται σχολιασμός στο βάρδια