18 Ιουλίου 2025

Η σωστή απόσταση

~~~

«Αύριο πρωί πρωί θα πάω να επιστρέψω τη ζωή μου.
Μου πέφτει μικρή.
Μεγάλωσα, πρέπει να βρω μια ζωή να μου κάνει.
..» [1]

~~~

– Θα πάω στην παρουσίαση ενός βιβλίου, θέλεις να έρθεις;
Δεν μπόρεσα,
αλλά το βιβλίο αγοράστηκε,
ερχόταν μαζί μου σε πατρογονικά σπίτια,
σε παραλίες,
στις κορυφές της Πίνδου,

~~~

«Δε θέλω μια ζωή που δε μου κάνει.
Μεγάλωσα.
Κι αν χρειαστεί,
θα ράψω μια καινούργια ζωή
.» [1]

~~~

για να διαβαστεί τελικά απνευστί
κάτω από τα πλατάνια, ένα καθημερινό πρωινό,
στις όχθες του Ληθαίου,
ανάμεσα στους θορύβους του δρόμου της πόλης,
τη μουσική της καφετέριας,
τις συζητήσεις των διπλανών τραπεζιών.

~~~

– Ξέρεις, δεν είναι και το καλύτερο μέρος εδώ για να διαβάσεις ποίηση.
– Κι όμως! Χάθηκα μέσα στους στίχους και τις σκέψεις και δεν άκουγα τίποτε γύρω μου.

~~~

«Αυτό που άλλοτε ήταν ελεύθερο, τώρα έγινε σύνορο.
Δεν μπορώ να σε φτάσω χωρίς διαβατήριο.
Είσαι άλλη ήπειρος, ξένη.
Έλεγχος εγγράφων, τελωνεία, βίζες,
εκεί που πριν αρκούσε να απλώσω το χέρι μου.
..» [2]


[1] Γιάννα Τζιβελέκη, μια ζωή, Η σωστή απόσταση, Συρτάρι, 2024
[2] Γιάννα Τζιβελέκη, γεωγραφία, Η σωστή απόσταση, Συρτάρι, 2024

Category: Πλίνθοι & κέραμοι, Στους Imaginistes | Δεν επιτρέπεται σχολιασμός στο Η σωστή απόσταση
16 Ιουλίου 2025

ο γκρεμός του Χάρου

«τούτη ἡ ἐποχή
τοῦ ἐμφυλίου σπαραγμοῦ
δέν εἶναι ἐποχή
γιά ποίηση
κι ἄλλα παρόμοια: »[1]

~~~

– Φεύγουμε για να στήσουμε τις σκηνές. Ραντεβού αύριο το πρωί κατά τις 9 στο Πάρκο Εθνικής Συμφιλίωσης στα Λιβάδια Κοτύλης.

~~~

«σάν πάει κάτι
νά
γραφεῖ
εἶναι
ὡς ἄν
νά γράφονταν
ἀπό τήν ἄλλη μεριά
ἀγγελτηρίων θανάτου
γι’ αὐτό καί
τά ποιήματά μου
εἶν’ τόσο πικραμένα
(καί πότε -ἄλλωστε- δέν ἦσαν;)
κι εἶναι
-πρό πάντων-
καί
τόσο
λίγα » [1]

~~~

-Τελευταία μέρα σήμερα θα κάνουμε μια ήπια διαδρομή. Από εδώ στον Πύργο Κοτύλης στα 1.760 (είναι λίγο απότομη, αλλά εύκολη η ανάβαση), μετά στον γκρεμό του Χάρου και επιστρέφουμε απ’ τον δασικό δρόμο. Κοντά στα 9 χιλιόμετρα, σε 3 ώρες με τις στάσεις μέσα είμαστε πίσω και φεύγουμε για Νεστόριο.

~~~

«Μιλώ για τα τελευταία σαλπίσματα των νικημένων στρατιωτών
Για τα τελευταία κουρέλια από τα γιορτινά μας φορέματα» [2]

~~~

-Βλέπεις απέναντι πώς πέφτει το βουνό 300 μέτρα κάθετα κάτω; Είναι ο γκρεμός του Χάρου.

-Εδώ στον Πύργο, τα γύρω υψώματα και κάτω στη χαράδρα έγιναν μερικές από τις πιο σκληρές μάχες στον εμφύλιο το καλοκαίρι του 1947.

-Στην κορυφή του γκρεμού, στις 15 Ιουλίου του 1947, είχε εγκλωβιστεί μια ομάδα ανταρτών και όταν τα πυρομαχικά τους εξαντλήθηκαν, τρεις από αυτούς για να μην πέσουν στα χέρια του στρατού ρίχτηκαν στον γκρεμό.

-Υπάρχει ένα μνημείο εκεί. Θα το δούμε μόλις φτάσουμε.

~~~


«Μιλώ για τις ατέλειωτες νύχτες όταν το φως λιγοστεύει τα ξημερώματα

Μα πιο πολύ μιλώ για τους ψαράδες
Π’ αφήσανε τα δίχτυα τους και πήρανε τα βήματά Του
Κι όταν Αυτός κουράστηκε αυτοί δεν ξαποστάσαν
Κι όταν Αυτός τούς πρόδωσε αυτοί δεν αρνηθήκαν
Κι όταν Αυτός δοξάστηκε αυτοί στρέψαν τα μάτια
Κι οι σύντροφοι τους φτύνανε και τους σταυρώναν
Κι αυτοί, γαλήνιοι, το δρόμο παίρνουνε π’ άκρη δεν έχει
Χωρίς το βλέμμα τους να σκοτεινιάσει ή να λυγίσει
Όρθιοι και μόνοι μες στη φοβερή ερημία του πλήθους.» [2]


[1] Νίκος Ἐγγονόπουλος, Ποίηση 1948, Έλευσις, 1948, Ίκαρος
[2] Μανόλης Αναγνωστάκης, Μιλώ… , Συνέχεια 1, 1954, Θεμέλιο

Category: Πλίνθοι & κέραμοι, Στους Imaginistes | Δεν επιτρέπεται σχολιασμός στο ο γκρεμός του Χάρου
7 Σεπτεμβρίου 2024

επανεκκίνηση

«Τα μήλα ήταν μέλι.
Ο Μίμης και η Άννα αδέρφια αγαπημένα.
Δεν κάπνιζε το τζάκι τους,
δε μάλωναν,
δεν τα ’παιρνε ο πατέρας στο χωράφι.
Όλα κυλούσαν ήρεμα στο αναγνωστικό.
Άστραφτε νιάτα κι ομορφιά η βασίλισσα στο κάδρο
και το πουλί περιπλεγμένο μες στις δάφνες.

Σε φέτες απορίας γευόμουνα τον κόσμο.
Δεν άλλαξε η γεύση του, συνήθισα μονάχα.» [1]

~~~

Χρόνια τώρα πρώτα μπαίνει,
στην πρόκα πάνω από τον πίνακα,
το μεγάλο ρολόι της τάξης,

Του βάζω τις μπαταρίες,
οι δείχτες του αρχίζουν να κινούνται και το «τικ τακ» του ακούγεται στην άδεια αίθουσα
σηματοδοτώντας μια καινούρια αρχή,

Πάντα είναι μια καινούρια αρχή.

– Ξέρεις ότι όταν λέμε «καλή χρονιά» το φθινόπωρο κάποιοι μας κοιτάζουν περίεργα;

– Εγώ πάντως λέω «καλή αρχή» και είμαι οκ.

~~~

«Γρανάζια έκκεντρα και ελλειπτικά
κύλινδροι και κοχλίες
για να μετρούν το χρόνο τον αμέτρητο
τον αείρροο, άχρονο χρόνο» [2]

~~~

– Όταν αρχίζει το σχολείο και είναι τα παιδιά δεν ακούω ποτέ τον χτύπο του, τώρα όμως είδες πόσο δυνατός είναι; Σαν ν’ αναδεύει τις σκέψεις στο μυαλό.

– Δεν αφήνεις αυτές τις ανησυχίες και ν’ αρχίσεις να τακτοποιείς τα πράγματά σου; Πάλι θα φτάσεις στον Αγιασμό και η αίθουσά σου θα είναι ένα χάος.

~~~

«Και βέβαια το ξέρεις
σε τίποτα δεν ωφελούν τα ρολόγια.
Οι δείχτες είναι το σπαθί που
διαρκώς αλλάζει κόψη.
Ατέλειωτοι κύκλοι αφαιρέσεως τα ρολόγια.
Κάθε αριθμός κι ένας τρόπος εκροής του χρόνου.» [3]

~~~

Του βάζω τις μπαταρίες,
το στερεώνω προσεκτικά,
οι δείχτες του αρχίζουν να κινούνται,
μεταφέρω για ώρες τις κούτες από το ένα θρανίο στο άλλο,
χωρίς όμως να λένε ν’ αδειάσουν,
και το μυαλό πηγαίνει ανάμεσα στα ατέλειωτα τικ τακ:

από παιδικό πρόσωπο σε παιδικό πρόσωπο,
(ντροπαλό, χαμογελαστό, φοβισμένο, αμήχανο, χαρούμενο, περίεργο, τολμηρό…)

– Πόσο να μεγάλωσαν άραγε μέσα στο καλοκαίρι;

από αναμνήσεις της προηγούμενης χρονιάς,

– Δεν έπρεπε να το χειριστώ μ’ αυτό τον τρόπο, είδες πώς αντέδρασε;

σε μεγαλεπήβολες ιδέες για τη νέα,

– Ανεκπλήρωτες μένουν οι περισσότερες
καθώς συνήθως τις παρασέρνει η καθημερινότητα της τάξης.

και οι κούτες απλωμένες στα θρανία
να μη λένε ν’ αδειάσουν.

– Δε μου αρέσουν τα λούτρινα εκεί,
νομίζω καλύτερα είναι στο περβάζι.

~~~

«Με ροκανίζουνε ρολόγια, μνήμες, γεγονότα,
ολόκληρη μέσα στα όνειρα μονάχα.» [4]


[1] Γιώτα Αργυροπούλου, Στο Δημοτικό, Νερά απαρηγόρητα, Πλανόδιον, 2004
[2] Λένα Παππά, Ρολόγια
[3] Χρήστος Τουμανίδης, Τα ρολόγια, Από το βάθος της αιτίας Ποιήματα, 1978-2005, Κουκίδα, 2018
[4] Λένα Παππά, Διάττοντες, Ηρόδοτος, 2013

Category: Πλίνθοι & κέραμοι, Στους Imaginistes | Δεν επιτρέπεται σχολιασμός στο επανεκκίνηση