4 Σεπτεμβρίου 2024

σανίδα ΙΙ, μυοψίες


«…Βαθιά ένα καράβι έμενε ακίνητο
Ακίνητο ένα καλοκαίρι
Φυσούσαν άνεμοι φουσκώναν τα πανιά
Δεν έλεγε να φύγει. Τι περίμενε;
Κανείς δεν ξέρει…»[1]

~~~

Αργά το απόγευμα,
όπως κάθε φορά,
στη μικρή παραλία για μπάνιο,
ένα ζευγαράκι ξαπλωμένο αγκαλιά στα χοντρά χαλίκια της ακρογιαλιάς

– Καλά, πώς μπορούν και ξαπλώνουν τόση ώρα στις πέτρες;
– Όταν είσαι νέος και ερωτευμένος, ξαπλώνεις παντού.

ένα νεαρό κορίτσι μόνο του στην άκρη της παραλίας,
στο σημείο όπου ο ήλιος αν και χαμηλά στον ορίζοντα χτυπάει ακόμη τα σκούρα βράχια,
να ρουφάει άπληστα τις ακτίνες του.

– Δεν είναι πολύ όμορφη;

~~~

«…Μια πάλλευκη τουρίστρια απʼ το βορρά
Τα ʽφτιαξε με τον ήλιο
Κοιμήθηκε μαζί του μέρες μήνες
Σκούρυνε αφομοιώθηκε απʼ το τοπίο…» [1]

~~~

Και η θάλασσα,
ήσυχη, σκοτεινή απ’ τις σκιές των απότομων βράχων της ακτής.

– Το ξέρεις ότι απέναντί μας είναι ο κόλπος της Βεγγάζης στη Λιβύη;
– Λες κάποια βράδια τα φωτάκια που αχνοφαίνονται να είναι από εκεί;
– Είναι και πέρασμα για τα καράβια. Είδες πόσα στέκονται πολλές φορές ακίνητα στα βαθιά κάθε μέρα;
– Μην ανοιχτείς πολύ, βραδιάζει

~~~~

οπότε,
μέχρι το έμπα στου κόλπου
λίγο πιο μέσα απ’ τα κύματα της ανοιχτής θάλασσας,
προστατευμένος στην αγκαλιά της στεριάς
για ώρα ξαπλωμένος ανάσκελα στο νερό.

με τα μάτια κλειστά να κυνηγάς τις μαύρες κουκκίδες που εμφανίζονται και εξαφανίζονται μπροστά σου.

– Μυοψίες τις είπε ο οφθαλμίατρος καθώς εξηγούσε πώς σχηματίζονται. –

με τα αυτιά βυθισμένα ν’ ακούς τον επαναλαμβανόμενο χτύπο της μηχανής απ’ την ψαρόβαρκα που βγαίνει τέτοια ώρα κάθε μέρα.

~~~

Ο επαναλαμβανόμενος χτύπος και οι μαύρες κουκκίδες.
Οι μαύρες κουκκίδες και ο επαναλαμβανόμενος χτύπος .
Ο επαναλαμβανόμενος χτύπος και οι μαύρες κουκκίδες.
Οι…, ο…,

~~~

– Θα μπορούσα να μείνω εδώ όλο τον χρόνο.

~~~

«…Ένας παππούς που έκανε αμμόλουτρα
Ξεχάστηκε θαμμένος μες στην άμμο
Όταν τον θυμηθήκαν ύστερ’ από μέρες
Σηκώσαν το καπέλο του
Δεν ήταν από κάτω…» [1]



[1] Χιόνης Αργύρης, Το ωραίο καλοκαίρι, από το άλμπουμ Η μοναξιά του σχοινοβάτη των Πάνο και Χάρη Κατσιμίχα, 1992

Category: Πλίνθοι & κέραμοι, Στους Imaginistes | Δεν επιτρέπεται σχολιασμός στο σανίδα ΙΙ, μυοψίες
31 Αυγούστου 2024

μπόρα

Το σύννεφο ήρθε αργά το απόγευμα γρήγορα απ´ τον Βορρά,
μαύρο, βαρύ, απειλητικό.
Στάθηκε πάνω απ´ τη θάλασσα και το βουνό,
κουβαλώντας μαζί του τον αέρα και τη βροχή:

Μια κουρτίνα νερού που πλατάγιζε και σκέπασε
τις πλαγιές,
τους πέτρινους πύργους,
τα βράχια της ακτής,
τη θάλασσα…

…προκαλώντας μικρούς πανικούς:

– Φέρε μέσα τις πετσέτες και τα μαξιλάρια απ´ τις καρέκλες,
– Κλείσε την άλλη μπαλκονόπορτα.
– Άφησες τα παπούτσια στο μπαλκόνι.

αλλά και

– Τι όμορφα που μυρίζει το χώμα.
– Νομίζω ότι χρειαζόταν μια βροχή.
– Είναι τρομακτικό μα ωραίο το θέαμα.

~~~

– Αυτό ήταν. Έφυγε.

– Θα πάμε για μπάνιο; Η παραλία είναι έρημη, η θάλασσα έχει ηρεμήσει, ο ουρανός είναι γεμάτος χρώματα.

~~~

«Αιφνίδια μπόρα αρχές Σεπτέμβρη
στον κήπο του παλαιού
ξενοδοχείου.
Μυρίζει χώμα οργασμικό
στη διψασμένη γη.
Πάμε να φύγουμε
δεν έχουμε καμιά δουλειά εδώ.»[1]


[1] Γιάννης Βαρβέρης, Μπόρα, Ποιήματα Τόμος Β’ 2001-2013, Κέδρος, 2013

Category: Πλίνθοι & κέραμοι, Στους Imaginistes | Δεν επιτρέπεται σχολιασμός στο μπόρα
21 Αυγούστου 2024

μπόρα

– Θα πάμε για μπάνιο το απόγευμα; Το δελτίο μιλάει για βροχές.
– Πάμε και βλέπουμε. Ο ουρανός πάντως είναι καθαρός,

~~~

«Να έπεφτε η βροχή ραγδαία,
ευχόμουν. Να ξεσπάσει.
Θα μέναμ΄ έτσι πιο πολύ
μέσα στη στοά. Στην πρόφαση.» [1]

~~~

Και ξανά στον ήσυχο κόλπο,
με τις γιαγιάδες και τους παππούδες
να κολυμπάνε στα ακίνητα νερά,
φορώντας μόνιμα τα πολύχρωμα καπέλα τους
κι ας είχε χτυπήσει το ρολόι του καμπαναριού εδώ και ώρα 8
και ο ήλιος είχε πια ξεθυμάνει.

~~~

– Θα βρέξει. Κοίτα πώς πλησιάζει αυτό το μαύρο σύννεφο απ’ το βουνό!

…και έφτασε γρήγορα,
φέρνοντας μαζί και τη βροχή,

~~~

«…βραδύγλωσση βροχή,
σαν πρόθεση ναυαγισμένη.» [2]

~~~

με τις χοντρές στάλες να χτυπάνε με δύναμη
την ακύμαντη επιφάνεια της θάλασσας

– Σταμάτα να φωτογραφίζεις και βγες έξω!

με τις μαμάδες να τρέχουν
πάνω κάτω στη στενή παραλία
μαζεύοντας ρούχα, καρέκλες, πετσέτες, κουβαδάκια και πλαστικές παντόφλες,
φωνάζοντας ταυτόχρονα,

– Παιδιά γρήγορα έξω από το νερό!

Ο φόβος των κεραυνών – το είχαν πει και στις ειδήσεις:
«Να βγαίνετε από τη θάλασσα όταν βρέχει,
κινδυνεύετε από τους κεραυνούς!»

~~~~

Ξέσπασε απότομα, άγρια,
όπως όλες οι ξαφνικές μπόρες του καλοκαιριού,
για να σταματήσει το ίδιο απότομα.

– Αυτό ήταν, σταμάτησε. Τζάμπα μαζέψαμε τα πράγματα.

~~~

«…πολύ με ζάλισε απόψε η βροχή
μ’ αυτή της τη μεροληψία
όλο εσύ, εσύ, εσύ,
σαν όλα τ’ άλλα να ‘ναι αμελητέα
και μόνο εσύ, εσύ, εσύ.» [2]


[1] Κική Δημουλά, Πλάγιος τρόπος, Επί τα ίχνη
[2] Κική Δημουλά, Τα πάθη της βροχής, Το λίγο του κόσμου

Category: Πλίνθοι & κέραμοι, Στους Imaginistes | Δεν επιτρέπεται σχολιασμός στο μπόρα