24 Σεπτεμβρίου 2025

βάρδια

~~~

Τα πρωινά, εκεί γύρω στις πέντε,
οι κινήσεις γίνονται μηχανικά:
Πλύσιμο, ξύρισμα, καφές, ντύσιμο,

μηχανικά,
αλλά όχι πάντα σωστά,
– Σήμερα κατέβηκα τις σκάλες και στην εξώπορτα κατάλαβα ότι έφευγα με τις παντόφλες.
γιατί το μυαλό από ένα σημείο και μετά αδυνατεί να εστιάσει,
γίνεται σαν μια απέραντη θάλασσα
με τις σκέψεις να πετάνε άστατα απ’ τη μια άκρη της στην άλλη.
– Πρέπει να σημειώνω το τι έχω να κάνω. Πάλι θα ξεχάσω κάτι.

~~~

Τα πρωινά, εκεί γύρω στις πέντε,
έχει μια ψύχρα που η υγρασία την κάνει πιο έντονη.
– Σου έβαλα ένα λεπτό μπουφάν. Να το φοράς γιατί το πρωί θα έχει κρύο.
αλλά,
έμεινε διπλωμένο στη βαλίτσα
γιατί το σώμα αναζητά αυτά τα αμέτρητα τσιμπήματα του ψυχρού αέρα πάνω του.

– Να το φοράς, θα κρυώσεις και τι θα γίνει τότε;
αλλά,
έμεινε διπλωμένο στη βαλίτσα
και αντιδρώ στη νουθεσία,
σαν τα μικρά που έρχονται τα κρύα πρωινά απ’ το σπίτι τους κουκουλωμένα με τα μπουφάν
και μόλις φτάνουν στην αυλή του σχολείου
τα πετάνε πάνω στις τσάντες
βγάζουν κοροϊδευτικά τη γλώσσα στον κρύο αέρα.
και τρέχουν με τα κοντομά­νικα πάνω κάτω αδιαφορώντας για τις συνετές συστάσεις μαμάδων, μπαμπάδων, δασκάλων,
– Μα κύριε δεν κρυώνω καθόλου.

~~~

«Θαμπός ο δρόμος την αυγή, χωρίς σκιές·»[1]

~~~

Τα πρωινά, εκεί γύρω στις πέντε,
η παλιά Εθνική είναι συνήθως άδεια,
με τα κίτρινα φώτα να φωτίζουν τις σκιές
και τα φανάρια να αναβοσβήνουν χωρίς σταματημό,

πράσινο
πορτοκαλί
κόκκινο
πράσινο
….
ρυθμίζοντας την κυκλοφορία ανύπαρκτων αυτοκινήτων.
– Πριν γίνει ο καινούριος δρόμος η κίνηση εδώ δε σταματούσε ποτέ.

~~~

«Kαι ο δρόμος εξακολουθεί, σκληρός,
σκληρότερος παρά ποτέ,
σκυρόστρωτος ή με άσφαλτο ντυμένος…»[1]

~~~

Τα πρωινά, εκεί γύρω στις πέντε,
λίγο πριν την ανηφόρα για το νοσοκομείο,
ντλινγκ!
έρχεται το μήνυμα:
«Ήταν ανήσυχη / κοιμήθηκε καλά,
ήθελε να φύγει / μου έλεγε ιστορίες…»

– Αν κοιμάται φύγε, σε λίγο φτάνω και θα αναλάβω εγώ…


[1] Ανδρέας Εμπειρίκος, Ο δρόμος, Οκτάνα, Ίκαρος, 1980.

Category: Πλίνθοι & κέραμοι, Στους Imaginistes | Δεν επιτρέπεται σχολιασμός στο βάρδια
19 Φεβρουαρίου 2024

Θάλαμος

«Γύρευε ένα κλειδί
χρυσό,
βρήκ’ ένα μπρούτζινο,
Είπε,
δεν έχει σημασία,
αρκεί ν’ ανοίγει η πόρτα.
Κι η πόρτα άνοιξε,
ο κήπος όμως
ήταν μαραμένος.
» [1]

– Διαβάζεις Χιόνη εδώ μέσα; Μάλλον θα έπρεπε να πάρεις κάτι πιο ανάλαφρο.

– Κι όμως. Ταιριάζει τόσο πολύ!

~ ~ ~

Πίσω απ´ τα τεράστια παράθυρα, στο βάθος, τα χιονισμένα Τζουμέρκα, κάτω, το πάλαι ποτέ πράσινο πάτωμα μαυρισμένο και σκαμμένο απ´ τις ρόδες των κρεβατιών, παντού, η μυρουδιά απ´ τα φάρμακα και το απολυμαντικό,
οι αναστεναγμοί, οι κραυγές, τα αγκυλωμένα σώματα πάνω στις πλαστικές καρέκλες που προσπαθούν να κλέψουν λίγες στιγμές ύπνου, οι εφήμερες γνωριμίες που ανακυκλώνουν τις ίδιες συζητήσεις:

– Πέρασαν οι γιατροί. Τι είπαν; Πότε θα φύγετε; Πόσο καιρό είστε εδώ; Ξέρετε την τάδε; Είναι απ τα μέρη σας; Πόσα παιδιά έχετε; Ενεργήθηκε σήμερα; Κοιμήθηκε το βράδυ;
άλλες φορές βάλσαμο στις ατέλειωτες άχρωμες ώρες,
άλλες φορές απρόσκλητοι επισκέπτες όταν το μυαλό ταξιδεύει στα δικά του μονοπάτια.

«Αιολοπλόκαμες γυναίκες με ταξίδεψαν
μέσα στα όνειρά τους.
[…]
Με μάτια κλειστά,
την αἰχμηρή καρένα βυθισμένη στα νερά τους
και τα χέρια να παλεύουν σαν κουπιά,
πέρασα έναν ολόκληρον ωκεανό σπασμών,
για να φτάσω τώρα
σ’ αυτή την ηλικία από σίδερο,
σ’ αυτή την πολιτεία από σίδερο,
σ’ αυτό το συναίσθημα από σίδερο
σκουριασμένο
.» [2]

– Δεν αντέχω άλλο, πότε θα φύγουμε;

– Υπομονή. Αύριο ίσως.

– Το ίδιο μου είπες και χτες…


[1]Αργύρης Χιόνης, Οδός, Η φωνή της σιωπής, Νεφέλη, 2019
[2] Αργύρης Χιόνης, Αιολοπλόκαμες γυναίκες, Η φωνή της σιωπής, Νεφέλη, 2019

Category: Πλίνθοι & κέραμοι | Δεν επιτρέπεται σχολιασμός στο Θάλαμος