22 Οκτωβρίου 2025

Διονύσης Σαββόπουλος

«Δεν έχω ύπνο ενώ γλυκό το αηδόνι
την ομορφιά της νιώθει και πονάει
ποια να ‘ναι η δίψα που μας σιγολειώνει
και διψασμένους κι άυπνους μας κρατάει;» [1]

~~~

Έφυγε και ο τραγουδοποιός της νιότης μας κι όχι μόνο,

~~~

«Αηδόνι πες μου απ’ του δικού σου μπλουζ τα ύψη
πριν διαλυθείς εκεί στον φθόγγο τον οξύ
ποιες κερασιές του ουρανού
των δυο χειλιών της η πορφύρα
μου ‘χει κρύψει
σαν των γλουτών της το άσπρο μήλο πού αλλού;» [1]

~~~

Θα μείνουν όμως τα τραγούδια του μαζί μας,
μόνιμοι σύντροφοί μας,
για να μας ταξιδεύουν στον χρόνο,
και στο όνειρο.

~~~

«Κι όλα γλιστρούν πια, δίχως κουπιά
με το αεράκι στο πανί τους
δεν ξεχωρίζω αηδόνι πια
μόν’ της καρδούλας σου τους χτύπους.» [1]


[1] Διονύσης Σαββόπουλος, Αηδόνι στην κερασιά, 1999

Category: Πλίνθοι & κέραμοι, Στους Imaginistes | Δεν επιτρέπεται σχολιασμός στο Διονύσης Σαββόπουλος
24 Σεπτεμβρίου 2025

βάρδια

~~~

Τα πρωινά, εκεί γύρω στις πέντε,
οι κινήσεις γίνονται μηχανικά:
Πλύσιμο, ξύρισμα, καφές, ντύσιμο,

μηχανικά,
αλλά όχι πάντα σωστά,
– Σήμερα κατέβηκα τις σκάλες και στην εξώπορτα κατάλαβα ότι έφευγα με τις παντόφλες.
γιατί το μυαλό από ένα σημείο και μετά αδυνατεί να εστιάσει,
γίνεται σαν μια απέραντη θάλασσα
με τις σκέψεις να πετάνε άστατα απ’ τη μια άκρη της στην άλλη.
– Πρέπει να σημειώνω το τι έχω να κάνω. Πάλι θα ξεχάσω κάτι.

~~~

Τα πρωινά, εκεί γύρω στις πέντε,
έχει μια ψύχρα που η υγρασία την κάνει πιο έντονη.
– Σου έβαλα ένα λεπτό μπουφάν. Να το φοράς γιατί το πρωί θα έχει κρύο.
αλλά,
έμεινε διπλωμένο στη βαλίτσα
γιατί το σώμα αναζητά αυτά τα αμέτρητα τσιμπήματα του ψυχρού αέρα πάνω του.

– Να το φοράς, θα κρυώσεις και τι θα γίνει τότε;
αλλά,
έμεινε διπλωμένο στη βαλίτσα
και αντιδρώ στη νουθεσία,
σαν τα μικρά που έρχονται τα κρύα πρωινά απ’ το σπίτι τους κουκουλωμένα με τα μπουφάν
και μόλις φτάνουν στην αυλή του σχολείου
τα πετάνε πάνω στις τσάντες
βγάζουν κοροϊδευτικά τη γλώσσα στον κρύο αέρα.
και τρέχουν με τα κοντομά­νικα πάνω κάτω αδιαφορώντας για τις συνετές συστάσεις μαμάδων, μπαμπάδων, δασκάλων,
– Μα κύριε δεν κρυώνω καθόλου.

~~~

«Θαμπός ο δρόμος την αυγή, χωρίς σκιές·»[1]

~~~

Τα πρωινά, εκεί γύρω στις πέντε,
η παλιά Εθνική είναι συνήθως άδεια,
με τα κίτρινα φώτα να φωτίζουν τις σκιές
και τα φανάρια να αναβοσβήνουν χωρίς σταματημό,

πράσινο
πορτοκαλί
κόκκινο
πράσινο
….
ρυθμίζοντας την κυκλοφορία ανύπαρκτων αυτοκινήτων.
– Πριν γίνει ο καινούριος δρόμος η κίνηση εδώ δε σταματούσε ποτέ.

~~~

«Kαι ο δρόμος εξακολουθεί, σκληρός,
σκληρότερος παρά ποτέ,
σκυρόστρωτος ή με άσφαλτο ντυμένος…»[1]

~~~

Τα πρωινά, εκεί γύρω στις πέντε,
λίγο πριν την ανηφόρα για το νοσοκομείο,
ντλινγκ!
έρχεται το μήνυμα:
«Ήταν ανήσυχη / κοιμήθηκε καλά,
ήθελε να φύγει / μου έλεγε ιστορίες…»

– Αν κοιμάται φύγε, σε λίγο φτάνω και θα αναλάβω εγώ…


[1] Ανδρέας Εμπειρίκος, Ο δρόμος, Οκτάνα, Ίκαρος, 1980.

Category: Πλίνθοι & κέραμοι, Στους Imaginistes | Δεν επιτρέπεται σχολιασμός στο βάρδια
1 Σεπτεμβρίου 2025

άνοια

~~~

«Ελάτε ελάτε όλοι μαζί
να κάνουμε γεφύρι
για να περνούν οι όμορφες
να παν στο πανηγύρι.»

~~~

Το τραγουδάκι επαναλαμβάνεται συνεχώς
όλη τη μέρα
ενώ τα χέρια διπλώνουν
τα μικρά κομμάτια απ’ την παλιά πετσέτα
και τα τοποθετούν
προσεκτικά στην πλαστική λεκανίτσα.

ξανά,
ξανά,
ξανά,

~~~

– Και οι άσχημες τι θα γίνουν μαμά;

– Τίποτα, είναι στο περιθώριο. Εγώ απορώ γιατί δεν πηγαίνουν όλες μαζί παρέα.

~~~

«Ελάτε σας παρακαλώ
και δεν αντέχω άλλο
από το πρωί μέχρι το μεσημέρι
και από το μεσημέρι
μέχρι την άλλη μέρα το πρωί.»

~~~

– Είδες τι λέγαμε όταν ήμασταν μικρά; Μα πού τα βρίσκαμε όλα αυτά;

– Μαμά πολύ ωραία τα δίπλωσες τα ρούχα. Έχω ένα σχοινάκι, μπορείς να μου το τυλίξεις σε κουβάρι γιατί δεν ξέρω;

– Πώς δεν μπορώ! Να, κοίτα πώς το κάνω.

~~~~

Ατέλειωτες ώρες
να διπλώνονται
τα ίδια πετσετάκια,
να τυλίγεται
το ίδιο κομμάτι σχοινιού.
Και ταυτόχρονα
σπαράγματα από τραγουδάκια
της παιδικής ηλικίας
που το τρικυμισμένο μυαλό
ανασύρει άναρχα
σε μια προσπάθεια να κρατηθεί
στον πραγματικό κόσμο

ξανά,
ξανά,
ξανά,

~~~

– Μαμά θυμάμαι λίγο ένα τραγουδάκι που λέγαμε στο Δημοτικό με το φεγγαράκι.

– Κι εγώ κάτι θυμάμαι. Για ξεκίνα το.

– «Φεγγαράκι μου λαμπρό,»

– Α! Το θυμήθηκα:

«φέξε σε παρακαλώ
να πηγαίνω στο σχολειό,
να μαθαίνω γράμματα
γράμματα σπουδάγματα.
του Θεού τα πράματα.»

– Μπράβο μαμά, το θυμάσαι! Εγώ το είχα ξεχάσει.

– Φυσικά και το θυμάμαι, αλλά εσύ ποιος είσαι;

~~~

«Με δυσκολία διαβάζω στην πέτρα την αρχαία.
(Αυτό το πράγμα που έμεινα -πέτρα στο ποτάμι
του ανέκφραστου χρόνου- ένα εγώ γριά
με μάτια ξέθωρα σαν άσπρες κουβαρίστρες…)» [1]


[1] Κατερίνα Αγγελάκι-Ρουκ, Εν τω μηνί Αθύρ, Μνηστήρες, Ποιήματα 1963-2011, Καστανιώτης, 2014

Category: Πλίνθοι & κέραμοι, Στους Imaginistes | Δεν επιτρέπεται σχολιασμός στο άνοια