1 Σεπτεμβρίου 2025

άνοια

~~~

«Ελάτε ελάτε όλοι μαζί
να κάνουμε γεφύρι
για να περνούν οι όμορφες
να παν στο πανηγύρι.»

~~~

Το τραγουδάκι επαναλαμβάνεται συνεχώς
όλη τη μέρα
ενώ τα χέρια διπλώνουν
τα μικρά κομμάτια απ’ την παλιά πετσέτα
και τα τοποθετούν
προσεκτικά στην πλαστική λεκανίτσα.

ξανά,
ξανά,
ξανά,

~~~

– Και οι άσχημες τι θα γίνουν μαμά;

– Τίποτα, είναι στο περιθώριο. Εγώ απορώ γιατί δεν πηγαίνουν όλες μαζί παρέα.

~~~

«Ελάτε σας παρακαλώ
και δεν αντέχω άλλο
από το πρωί μέχρι το μεσημέρι
και από το μεσημέρι
μέχρι την άλλη μέρα το πρωί.»

~~~

– Είδες τι λέγαμε όταν ήμασταν μικρά; Μα πού τα βρίσκαμε όλα αυτά;

– Μαμά πολύ ωραία τα δίπλωσες τα ρούχα. Έχω ένα σχοινάκι, μπορείς να μου το τυλίξεις σε κουβάρι γιατί δεν ξέρω;

– Πώς δεν μπορώ! Να, κοίτα πώς το κάνω.

~~~~

Ατέλειωτες ώρες
να διπλώνονται
τα ίδια πετσετάκια,
να τυλίγεται
το ίδιο κομμάτι σχοινιού.
Και ταυτόχρονα
σπαράγματα από τραγουδάκια
της παιδικής ηλικίας
που το τρικυμισμένο μυαλό
ανασύρει άναρχα
σε μια προσπάθεια να κρατηθεί
στον πραγματικό κόσμο

ξανά,
ξανά,
ξανά,

~~~

– Μαμά θυμάμαι λίγο ένα τραγουδάκι που λέγαμε στο Δημοτικό με το φεγγαράκι.

– Κι εγώ κάτι θυμάμαι. Για ξεκίνα το.

– «Φεγγαράκι μου λαμπρό,»

– Α! Το θυμήθηκα:

«φέξε σε παρακαλώ
να πηγαίνω στο σχολειό,
να μαθαίνω γράμματα
γράμματα σπουδάγματα.
του Θεού τα πράματα.»

– Μπράβο μαμά, το θυμάσαι! Εγώ το είχα ξεχάσει.

– Φυσικά και το θυμάμαι, αλλά εσύ ποιος είσαι;

~~~

«Με δυσκολία διαβάζω στην πέτρα την αρχαία.
(Αυτό το πράγμα που έμεινα -πέτρα στο ποτάμι
του ανέκφραστου χρόνου- ένα εγώ γριά
με μάτια ξέθωρα σαν άσπρες κουβαρίστρες…)» [1]


[1] Κατερίνα Αγγελάκι-Ρουκ, Εν τω μηνί Αθύρ, Μνηστήρες, Ποιήματα 1963-2011, Καστανιώτης, 2014

Category: Πλίνθοι & κέραμοι, Στους Imaginistes | Δεν επιτρέπεται σχολιασμός στο άνοια
20 Αυγούστου 2025

πρωινά

~~~

Τα πρωινά
η μπροστινή αυλή αυτές τις μέρες
έχει την περισσότερη δροσιά και ησυχία.
Το αεράκι που κατεβαίνει απ’ την πλαγιά
είναι δροσερό,
οι πιο πολλοί επισκέπτες έχουν φύγει
και σπάνια περνάει κάποιο αυτοκίνητο απ’ τον δρόμο,

οπότε,

-χαμένος ο καθένας στους δικούς του κόσμους-

διαβάζουμε μαζί,

ο ένας τα παραμύθια του
επιστρέφοντας στα παιδικά του χρόνια
γιατί μεγαλώνοντας το μυαλό χάνει τα τωρινά και
γραπώνεται στα περασμένα,

και ο άλλος:

~~~

«Θα πρέπει νὰ διαβώ τ᾿ἀνάβαθα
τοῦ ποταμοῦ πάνω στοὺς ὤμους
τοῦ περαματάρη, ποὺ εἶναι χωμένος μέ-
σα στὸ νερὸ ἴσαμε τὴν κοιλιά. Θὰ κρα-
τήσει τοὺς λεπτοκαμωμένους αστραγά-
λους μου μὲς στὰ χοντρόχερά του. Δὲ
φόρεσα τίποτα κάτω ἀπὸ τὸ φουστάνι
μου, γιὰ νὰ νιώθει τὸ ἁπαλό μου δέρμα
γύρω στο λαιμό του καὶ κάτι σαν γα-
ργάλισμα από σγουρό μαλλί».[1]

~~~

– Περίεργα ποιήματα, ποιος είναι αυτός που διαβάζεις;

– Υποτίθεται ότι είναι του Λου-Κιανγκ-Τσέου που τον αποκεφάλισαν το 1516 και σώθηκε μόνο αυτή η μικρή συλλογή του με τα πεζά ποιήματα. Ο δε τίτλος της συλλογής υποτίθεται ότι στα κινέζικα είναι «Η ηλιόλουστη στιγμή του γαλήνιου Κήπου όπου περνάει μια Σκιά»

– Γιατί λες υποτίθεται;

– Γιατί ο Λου-Κιανγκ-Τσέου δεν είναι πραγματικό πρόσωπο. Τον δημιούργησε ο Γάλλος συγγραφέας Pierre Bettencourt κι όλα τα «κινέζικα» ποιήματα της συλλογής είναι δικά του.

– Μα γιατί το έκανε;

– Ίσως ήταν ένας τρόπος να εκφραστεί καλύτερα, πιο ελεύθερα; Ποιος ξέρει.

~~~

«Με πολλούς τρόπους μπορεῖ νὰ σχε-
διάσει κανεὶς τὴ θάλασσα. Ἕνας
κακὸς θαλασσογράφος παρουσιάζει τρι-
κυμίες ὅπου τὰ καράβια συντρίβονται.
Καμιά φορά καταφεύγουμε σ’ αυτούς, γιὰ
νὰ μᾶς σχεδιάσουν τις μακρινὲς θάλασσες
ἀπ’ ὅπου ἦρθαν οἱ ξένοι. Ὅμως μονάχα
ποιητὲς μὲ πάναγνο χέρι, μὲ ἀνάλαφρες κι-
νήσεις, εἶν’ ἐκεῖνοι ποὺ χαράζουν τις γραμ-
μὲς τῶν ρευμάτων ὅπου ταξιδεύουμε.»[1]


[1] Λου-Κιανγκ-Τσέου, Θέατρο Σκιών, Στιγμή, 2001

Category: Πλίνθοι & κέραμοι, Στους Imaginistes | Δεν επιτρέπεται σχολιασμός στο πρωινά
10 Αυγούστου 2025

πανσέληνος

~~~

«Πώς με κοιτάζει έτσι
αυτό το άσπρο κομμάτι χαρτί
πώς με κοιτάζει έτσι το φεγγάρι…
Πώς θροΐζει μέσα μου
αυτό τον παγωμένο χάρτη στο βυθό
πώς με κοιτάει έτσι το φεγγάρι…» [1]

~~~

– Θα πάμε να δούμε το βράδυ την πανσέληνο; Σκέφτομαι για την Κόπραινα.

– Έχεις καιρό να πας. Έχει αλλάξει όλο το μέρος. Εκεί που ήταν το λιμανάκι με τις βάρκες έχει γίνει μια μαρίνα. Το καφενεδάκι αναβαθμίστηκε και τα βραχάκια με τη σιδερένια σκάλα απ΄ όπου βουτούσαμε σκεπάστηκαν από τους ογκολίθους του νέου κυματοθραύστη.

~~~

«Ποιανού καιρού το λυπημένο δάχτυλο
κρυμμένο πίσω από δάση και βουνά
δείχνει παντού και πουθενά
τι θέλει το φεγγάρι…» [1]

~~~

– Είχες δίκιο για τις αλλαγές. Η αίσθηση όμως που μου δημιουργεί αυτό το μέρος, από τότε που πρωτοήρθα στα νεανικά μας χρόνια, παραμένει η ίδια. Τα κτίρια του παλιού λιμανιού, η βαριά μυρουδιά από τα φύκια, η διαδρομή πάνω στις ράγες από το παλιό τρενάκι, τα χρώματα που έχουν τα ηλιοβασιλέματα, ο φάρος στο βάθος…Όλα με γυρίζουν πίσω. Έχει πολλή ενέργεια αυτός ο τόπος.

~~~

«ποιανού αλόγου τρελαμένου το χλιμίντρισμα
κάνει τόση αντήχηση μέσα μου μού διογκώνει το Εγώ μου…
Ποιανής σελήνης έκλειψη ποιου φεγγαριού η χάση
μαζί σηκώνει μέσα μου άμπωτη και παλίρροια δίδυμες αδερφές μου…

~~~

Από που θα βγει το φεγγάρι;

– Αν τα υπολόγισα σωστά θα ξεπροβάλλει πίσω απ’ το βουνό στην απέναντι πλευρά του κόλπου. Θα το δούμε σε λίγο.

– ….!


[1] Κατερίνα Γώγου, Πώς με κοιτάει έτσι…, Απόντες, Καστανιωτης, 1981

Category: Πλίνθοι & κέραμοι, Στους Imaginistes | Δεν επιτρέπεται σχολιασμός στο πανσέληνος