Τα πρωινά η μπροστινή αυλή αυτές τις μέρες έχει την περισσότερη δροσιά και ησυχία. Το αεράκι που κατεβαίνει απ’ την πλαγιά είναι δροσερό, οι πιο πολλοί επισκέπτες έχουν φύγει και σπάνια περνάει κάποιο αυτοκίνητο απ’ τον δρόμο,
οπότε,
-χαμένος ο καθένας στους δικούς του κόσμους-
διαβάζουμε μαζί,
ο ένας τα παραμύθια του επιστρέφοντας στα παιδικά του χρόνια γιατί μεγαλώνοντας το μυαλό χάνει τα τωρινά και γραπώνεται στα περασμένα,
και ο άλλος:
~~~
«Θα πρέπει νὰ διαβώ τ᾿ἀνάβαθα τοῦ ποταμοῦ πάνω στοὺς ὤμους τοῦ περαματάρη, ποὺ εἶναι χωμένος μέ- σα στὸ νερὸ ἴσαμε τὴν κοιλιά. Θὰ κρα- τήσει τοὺς λεπτοκαμωμένους αστραγά- λους μου μὲς στὰ χοντρόχερά του. Δὲ φόρεσα τίποτα κάτω ἀπὸ τὸ φουστάνι μου, γιὰ νὰ νιώθει τὸ ἁπαλό μου δέρμα γύρω στο λαιμό του καὶ κάτι σαν γα- ργάλισμα από σγουρό μαλλί».[1]
~~~
– Περίεργα ποιήματα, ποιος είναι αυτός που διαβάζεις;
– Υποτίθεται ότι είναι του Λου-Κιανγκ-Τσέου που τον αποκεφάλισαν το 1516 και σώθηκε μόνο αυτή η μικρή συλλογή του με τα πεζά ποιήματα. Ο δε τίτλος της συλλογής υποτίθεται ότι στα κινέζικα είναι «Η ηλιόλουστη στιγμή του γαλήνιου Κήπου όπου περνάει μια Σκιά»
– Γιατί λες υποτίθεται;
– Γιατί ο Λου-Κιανγκ-Τσέου δεν είναι πραγματικό πρόσωπο. Τον δημιούργησε ο Γάλλος συγγραφέας Pierre Bettencourt κι όλα τα «κινέζικα» ποιήματα της συλλογής είναι δικά του.
– Μα γιατί το έκανε;
– Ίσως ήταν ένας τρόπος να εκφραστεί καλύτερα, πιο ελεύθερα; Ποιος ξέρει.
«Πώς με κοιτάζει έτσι αυτό το άσπρο κομμάτι χαρτί πώς με κοιτάζει έτσι το φεγγάρι… Πώς θροΐζει μέσα μου αυτό τον παγωμένο χάρτη στο βυθό πώς με κοιτάει έτσι το φεγγάρι…» [1]
~~~
– Θα πάμε να δούμε το βράδυ την πανσέληνο; Σκέφτομαι για την Κόπραινα.
– Έχεις καιρό να πας. Έχει αλλάξει όλο το μέρος. Εκεί που ήταν το λιμανάκι με τις βάρκες έχει γίνει μια μαρίνα. Το καφενεδάκι αναβαθμίστηκε και τα βραχάκια με τη σιδερένια σκάλα απ΄ όπου βουτούσαμε σκεπάστηκαν από τους ογκολίθους του νέου κυματοθραύστη.
~~~
«Ποιανού καιρού το λυπημένο δάχτυλο κρυμμένο πίσω από δάση και βουνά δείχνει παντού και πουθενά τι θέλει το φεγγάρι…» [1]
~~~
– Είχες δίκιο για τις αλλαγές. Η αίσθηση όμως που μου δημιουργεί αυτό το μέρος, από τότε που πρωτοήρθα στα νεανικά μας χρόνια, παραμένει η ίδια. Τα κτίρια του παλιού λιμανιού, η βαριά μυρουδιά από τα φύκια, η διαδρομή πάνω στις ράγες από το παλιό τρενάκι, τα χρώματα που έχουν τα ηλιοβασιλέματα, ο φάρος στο βάθος…Όλα με γυρίζουν πίσω. Έχει πολλή ενέργεια αυτός ο τόπος.
~~~
«ποιανού αλόγου τρελαμένου το χλιμίντρισμα κάνει τόση αντήχηση μέσα μου μού διογκώνει το Εγώ μου… Ποιανής σελήνης έκλειψη ποιου φεγγαριού η χάση μαζί σηκώνει μέσα μου άμπωτη και παλίρροια δίδυμες αδερφές μου…
~~~
Από που θα βγει το φεγγάρι;
– Αν τα υπολόγισα σωστά θα ξεπροβάλλει πίσω απ’ το βουνό στην απέναντι πλευρά του κόλπου. Θα το δούμε σε λίγο.
– ….!
[1] Κατερίνα Γώγου, Πώς με κοιτάει έτσι…, Απόντες, Καστανιωτης, 1981
«Βγάζω τα σκουπίδια στο δρόμο τυλιγμένα με χαρτί, προσεκτικά πολύ. Μένουν εκεί, ανάμεσα στα αποφάγια της ζωής, σε φλούδες χρόνου και αποκόμματα ψυχής…» [1]
~~~
– Στα παιδικά μου χρόνια πολλές φορές τα απογεύματα πηγαίναμε με τα άλλα παιδιά σε δυο ρεματιές λίγο πιο έξω από τα τελευταία σπίτια του χωριού. Ήταν οι σκουπιδότοποι. Κάθε χωριό είχε και μια τέτοια ρεματιά. Ό,τι άχρηστο υπήρχε το πέταγαν εκεί και με τις πρώτες βροχές ταξίδευε για τον Αμβρακικό.
Πηγαίναμε, ανασκαλεύαμε τα σκουπίδια, κι αν κάτι μπορούσαμε να το χρησιμοποιήσουμε για παιχνίδι το παίρναμε. Κομμάτια από μεταλλικούς σωλήνες νερού, σύρματα, σπασμένα ξύλα από καρέκλες, τενεκεδάκια από κονσέρβες… Θυμάμαι ότι έψαχνα με μανία για κάτι μικρά γυάλινα μπουκαλάκια από ενέσεις με ένα κεραμιδί ελαστικό πώμα. Κάθε καλοκαίρι τα γέμιζα με θαλασσινό νερό, κοχύλια, χρωματιστές πέτρες και γυαλάκια από την παραλία, τα σφράγιζα και τα έβαζα στη σειρά στα ράφια της βιβλιοθήκης μου. Κάποια έχουν επιβιώσει μέχρι σήμερα, δεκάδες χρόνια τώρα, στο ράφι της βιβλιοθήκης, στο μέσα δωμάτιο.
– Πώς σου ήρθαν όλα αυτά τώρα;
– Μόλις τέλειωσα το βιβλίο του Αλεξάντερ Κλαπ, «Ο πόλεμος των σκουπιδιών» και διαβάζοντας για τις χωματερές στον Τρίτο Κόσμο και την «επεξεργασία» των σκουπιδιών μέσα στη βρώμα από χιλιάδες χέρια απελπισμένων, το μυαλό μου πέταξε στη χωματερή των παιδικών μου χρόνων.
– Εσείς ψάχνατε για παιχνίδια, σήμερα ψάχνουν για οτιδήποτε μπορεί να τους φέρει κάποια χρήματα. Και πάντα ό,τι περισσεύει, και το μεγαλύτερο μέρος των σύγχρονων σκουπιδιών περισσεύει, ταξιδεύει στο έδαφος και στις θάλασσες για να επιστρέψει στα φαγητά μας και στο σώμα μας ή καίγεται για να μολύνει τον αέρα που αναπνέουμε.
~~~
«Για τις περιβαλλοντικές οργανώσεις το Αγκμπογκμπλόσι [Μια περιοχή στην Γκάνα που «ανακυκλώνεται» ένα μεγάλο μέρος από τα ηλεκτρονικά σκουπίδια της Αμερικής και της Ευρώπης] είναι συνώνυμο της οικολογικής καταστροφής. Η Pure Earth, μια ΜΚΟ από τη Νέα Υόρκη που παρακολουθεί τα επίπεδα τοξικών ουσιών στις φτωχές χώρες, συγκαταλέγει παγίως το Αγκμπογκμπλόσι στα πιο μολυσμένα μέρη του πλανήτη. Χημικές αναλύσεις αυγών από κότες του Αγκμπογκμπλόσι έχουν δείξει ότι πρόκειται πιθανότατα για τα πιο δηλητηριώδη αυγά στη γη. Σύμφωνα με τον Παγκόσμιο Οργανισμό Υγείας, ένα παιδί που καταναλώνει μια μερίδα κοτόπουλο σ’ αυτή την παραγκούπολη θα απορροφήσει ποσότητα χλωριωμένων διοξινών χημικών ενώσεων βλαβερών ακόμα και σε πολύ μικρές ποσότητες η οποία υπερβαίνει 220 φορές το ημερήσιο επιτρεπτό όριο σύμφωνα με την Ευρωπαϊκή Αρχή για την Ασφάλεια των Τροφίμων.» [2]
~~~
– Υπάρχει και μια άλλη διαφορά. Τα σκουπίδια ενός χωριού την δεκαετία του ’60 ήταν σπασμένα πήλινα και γυάλινα, ελάχιστα μέταλλα και ξύλα, υφάσματα, που όλα τους γρήγορα τα αφομοίωνε η φύση.
Σήμερα ο μεγαλύτερος όγκος των σκουπιδιών μας είναι από πλαστικό που ούτε αφομοιώνεται από το περιβάλλον και ακόμα και αυτό που ανακυκλώνεται η επεξεργασία του πολλές φορές μολύνει πολύ περισσότερο τον κόσμο μας. Άσε η καύση τους από τις βιομηχανίες το τι αφήνει πίσω της.
~~~
« Η βιομηχανία πλαστικών φρόντισε να επεκταθεί η έννοια της ανακύκλωσης καθ’ όλα θεμιτής πρακτικής στην περίπτωση του χρησιμοποιημένου χάλυβα ή του χρησιμοποιημένου χαρτιού, τα οποία πουλιούνταν κι αγοράζονταν παγκοσμίως εδώ και δεκαετίες σε κατηγορίες υλικών όπου είναι αδύνατο να εφαρμοστεί, τουλάχιστον με ασφάλεια. «Οι κατασκευαστές μπορούν να διατείνονται ότι τα πάντα είναι ανακυκλώσιμα, ακόμη κι αν στην πράξη δεν υπάρχει τρόπος να ανακυκλωθούν» προειδοποιούσε ήδη από το 1991 η Consumer Reports, μια ΜΚΟ ελέγχου αμερικανικών προϊόντων.
Συνεπώς, ναι, η άκρατη επίκληση της ανακύκλωσης -που προωθήθηκε κατά κόρον τη δεκαετία του ’90 σε διαφημιστικές καμπάνιες αλλά και σε σχολεία ή δημοτικά συμβούλια ισοδυναμούσε με εσκεμμένη εξαπάτηση των κατοίκων των πλούσιων χωρών, καθώς τους δημιουργούσε την εντύπωση πως ήταν δυνατό να υπερκαταναλώνουν και ταυτόχρονα να φροντίζουν ενεργά τον πλανήτη. Όπως πολύ χαρακτηριστικά δήλωσε αργότερα γι’ αυτή την πρακτική ο Λάρρυ Τόμας, πρώην πρόεδρος της Society of the Plastics Industry: “Αν οι πολίτες πιστεύουν πως η ανακύκλωση λειτουργεί, τότε δε θα ανησυχούν και τόσο για το περιβάλλον”». [2]
~~~
– Και τι προτείνει;
– Δεν δίνει λύσεις. Δημοσιογράφος είναι και δεν είναι αυτή η δουλειά του. Περιγράφει τη ζοφερή κατάσταση στις μεγάλες χωματερές του πλανήτη, το πώς σήμερα τα σκουπίδια των ανεπτυγμένων χωρών ταξιδεύουν στον Τρίτο Κόσμο προκαλώντας ανεπανόρθωτη οικολογική καταστροφή και την διαπλοκή πολιτικών ηγεσιών, βιομηχάνων, εφοπλιστών, αλλά και τοπικών κοινωνιών που ντύνεται πολλές φορές με όμορφες λέξεις όπως «ανακύκλωση», «ευκαιρίες για ανάπτυξη», «προστασία του περιβάλλοντος».
Πρέπει να σου πω ότι σοκαρίστηκα όπως το διάβαζα!. Και σκέφτομαι αυτό που γράφει συχνά μέσα στο βιβλίο του ότι εδώ στον «ανεπτυγμένο Βορρά» πρέπει να πάρουμε πολύ πιο σοβαρά την ευθύνη της διαχείρισης των απορριμάτων του από να τη μεταφέρουμε στην «πίσω αυλή», στις χώρες του Τρίτου Κόσμου.
– Ποιος θα πάρει την ευθύνη; Ποιος θα παλέψει γι’ αυτό; Εδώ βλέπεις μαλώνουν ακόμα για να μην υπάρχει ο κάδος των σκουπιδιών μπροστά στην πολυκατοικία και να πάει στη διπλανή. Να μη μιλήσουμε για σταθμούς μεταφόρτωσης και επεξεργασία αποβλήτων. Η διαχρονική αντίληψη είναι: μακριά από μας, κι ας πάνε οπουδήποτε. Αρκεί να μην τα βλέπουμε. Οπότε, η φτωχολογιά της Αφρικής, της λατινικής Αμερικής και της Ασίας είναι πολύ βολική λύση για να «εξαφανίζουν» τα σκουπίδια μας.
– Έτσι όμως είμαστε σε μόνιμο αδιέξοδο και μεταθέτουμε το πρόβλημα στα παιδιά μας.
– Δεν είναι το μόνο που το φορτώνουμε στα παιδιά μας.
~~~
«Γι’ αυτό κι εγώ, βγάζω τα σκουπίδια, τα αφήνω στο πεζοδρόμιο και τ΄αποχαιρετώ.» [1]
[1] Χόρχε Καλβέτι, Ωδή στα σκουπίδια, Εικόνες και συνομιλίες, 1965, μετάφραση Νίνα Αγγελίδου [2] Αλεξάντερ Κλαπ, Ο πόλεμος των σκουπιδιών, Δώμα, 2025