22 Απριλίου 2019

Μέρα που είναι. Η συνέχεια.

Γύρισε τον Ιούλιο.[1] Πολύ πιο αδύνατος απ’ όσο έφυγε, πολύ πιο μαυρισμένος. Ανέβηκε τη σκονισμένη ανηφόρα απ’ την πλατεία με μια μικρή βαλίτσα στο χέρι, αυτές που ήταν φτιαγμένες από σκληρό χαρτόνι και ντυμένες με καρό ύφασμα σαν σκωτσέζικη φούστα.

– Γύρισε ο Βασίλης! Φώναξαν οι γυναίκες.

Στον τοίχο του σαλονιού κρέμασε έναν περίτεχνο δίσκο με σχέδια φτιαγμένα από άγρια στάχυα και ξύλινο σκάλισμα γύρω γύρω. (Σαράντα χρόνια μετά ακόμα είναι κρεμασμένος στον ίδιο τοίχο.) Τον είχε φτιάξει ένας φίλος του στην εξορία και ήταν το μοναδικό κομμάτι που θύμιζε τη Γυάρο.

Μάζεψαν με τον θείο Λάμπρο τα «παράνομα» βιβλία και τα θάψανε στο χωράφι στο βουνό όπου και τα ‘φαγε σιγά σιγά η υγρασία. Πέντε – έξι, δεν ξέρω γιατί, τα κράτησε καλά κρυμμένα κάτω από τα ρούχα σ’ ένα ντουλάπι. Το «Έγκλημα και τιμωρία», «Το υπόγειο», «Αδύνατη καρδιά» του Ντοστογιέφσκι, μια Πολιτική Οικονομία της Ακαδημίας Επιστημών της ΕΣΣΔ, τη βιογραφία του Λένιν και το «Η εποποιία της Εθνικής Αντίστασης» του Κώστα Μπίρκα. Το τελευταίο ήταν το πρώτο που ξεφύλλιζα κρυφά αργότερα μεγαλώνοντας και έβλεπα μια άλλη ιστορία, τελείως διαφορετική απ’ αυτή που μας έλεγαν οι δάσκαλοί μας στο σχολείο.

«Ησύχασε». Δε μιλούσε. Δουλειά απ’ τα χαράματα μέχρι αργά το βράδυ στο μπακάλικο και στα χωράφια με τους χωροφύλακες να έρχονται κάθε τόσο στο μαγαζί. Μια για να τον «γράψουν» κι αυτόν και τον θείο γιατί οι άσπρες ποδιές τους είχαν λερωθεί απ’ τον τοματοπελτέ ή γιατί το σακί απ’ το αλεύρι είχε γείρει και είχε λερώσει το πάτωμα, μια για να γίνει «εθελοντικά» συνδρομητής στην «Επιθεώρηση Χωροφυλακής», μια για να ελέγξουν αν είναι η σημαία σηκωμένη στας εθνικάς εορτάς, μια για να τον «καλέσουν» στο τμήμα και να μιλήσουν γιατί κάτι έμαθαν γι’ αυτόν.

Και τα βράδια οι ψίθυροι με τη μαμά.

– Θα μάθετε Αγγλικά. Θα σας φέρουμε δάσκαλο εδώ.
Αγγλικά στο χωριό το ’70 ήταν απίθανο και ιδιαίτερο μάθημα ακόμα πιο απίθανο. Άσε που εμείς δε θέλαμε να μάθουμε Αγγλικά. Θέλαμε να παίζουμε όλη μέρα. Τι τους έπιασε;

Κι αρχίσαμε Αγγλικά με τον κύριο Γιώργο να μας επαναλαμβάνει ατέλειωτες λέξεις και προτάσεις κι εγώ με τον Ηλία να γράφουμε και να γεμίζουμε τετράδια, I am – You are – He/She/It is, αλλά με το μυαλό μόνιμα έξω στις φωνές των συμμαθητών μας που παίζανε.

Και τα βράδια οι ψίθυροι με τη μαμά:

– Τα παιδιά δε θέλουν. Δε τα βλέπεις;
– Ο Γιώργος έχει κάνει περισσότερο απ’ όλους εξορία. Έχει οικογένεια, είναι δύσκολα. Πρέπει να βοηθήσουμε. Θα κάνουν μάθημα θέλουν δε θέλουν. Κι όταν τα πράγματα ηρεμήσουν ας σταματήσουν.

Έτσι μεγάλωνα σ’ έναν κόσμο περίεργο. Σ’ έναν κόσμο χωρισμένο στα δυο. Εμείς και οι άλλοι. Οι «σιωπηλοί» και οι «κανονικοί». Με τα ραδιόφωνα του χωριού να παίζουν δημοτικά τραγούδια και εμβατήρια στη διαπασών και τον παππού να ακούει τα βράδια σιγανά στο δικό του ραδιόφωνο έναν περίεργο σταθμό που δεν είχε δημοτικά τραγούδια ούτε τον ύμνο της χούντας, αλλά ξεκινούσε με μια γυναικεία φωνή που έλεγε «Εδώ Μόσχα! Συνεχίζουμε το πρόγραμμά μας». Με τους γενειοφόρους αντάρτες με τα σταυρωτά φυσεκλίκια στα κρυμμένα παράνομα βιβλία και τους Μεγαλέξανδρους, τους φλεγόμενους φοίνικες με τον στρατιώτη των σχολικών βιβλίων. Με τους χωροφύλακες στο μαγαζί και τους ψιθύρους τα βράδια που προσπαθούσαν να ρυθμίσουν τη ζωή μας.

– Τι είναι η Χούντα; Τι είναι φασισμός; Με ρωτάνε καμιά φορά οι μεγαλύτεροι μαθητές μου.

– Ο φόβος είναι. Αυτό το αίσθημα που διαλύει σχέσεις. Ο φόβος που σε κάνει να κρύβεις αυτό που είσαι. Που κάνει τους ουτιδανούς να ορίζουν τη ζωή σου με το έτσι θέλω. Δεν πρέπει να το ζήσετε ποτέ.

—————————————————
[1] Μέρα που είναι

Category: Πλίνθοι & κέραμοι | Δεν επιτρέπεται σχολιασμός στο Μέρα που είναι. Η συνέχεια.
7 Απριλίου 2019

Οργασμοί και προγράμματα

– Οργασμό έργων και εγκαινίων βλέπω.

– Εκλογές έρχονται οπότε όλες οι μηχανές είναι στο φουλ.

– Γιατί κατηγορείς τους δικούς μας. Έτσι δεν κάνουν σε όλη την Ελλάδα;

– Φυσικά έτσι κάνουν και έκαναν διαχρονικά πολλοί και αυτό πάντα το κατακρίναμε, αλλά είναι κάπως να ευαγγελίζεσαι το καινούριο και να ανακυκλώνεις ό,τι παλαιοκομματικό υπάρχει. Βέβαια εσύ τώρα θα τους ψηφίσεις γι’ αυτό και τους δικαιολογείς. Οπότε πάσο.

– Θα τους ψηφίσω, αλλά κάνω παρέα με σας και δε με πιστεύουν.

– Έτσι είναι οι εξουσίες φίλε μου. Σε θέλουν ψυχή τε και σώματι. Ας πρόσεχες.

– Είδα και μια συνέντευξη της Δημάρχου μας στην ΕΡΤ [1] όπου μιλούσε για έναν απολογισμό βιώσιμης ανάπτυξης που ο Δήμος μας είναι πρωτοπόρος παγκόσμια και ειλικρινά δεν κατάλαβα τι είναι αυτό. Ούτε οι δημοσιογράφοι βέβαια καταλάβαιναν τι ακριβώς κάνουμε και είμαστε πρωτοπόροι, ρώτησαν μια δυο φορές και μείναν με την απορία.

– Κι εγώ την είδα και αυτό που κατάλαβα είναι ότι ρώτησαν 500 άτομα πριν από 3 χρόνια για το πώς θα γίνει η πόλη μας καλύτερη και φτιάξανε και ένα βιβλίο 100 σελίδων. [2]

– Και τι έχει αυτό το βιβλίο;

– Εκατό σελίδες με ωραίους πίνακες, γραφικά, φωτογραφίες και σχεδιαγράμματα. Το ξεφυλλίζεις και νομίζεις ότι ζεις στο μέλλον. Το διαβάζεις και λες: «Μα γιατί το έγραψαν;» Κάνεις μια βόλτα στην μικρή μας πόλη και ξαναλές: «Οκ! Είμαι καλά. Δεν έχω παραισθήσεις.» Για να καταλάβεις απ’ τα σημαντικά έργα βιώσιμης ανάπτυξης (sic) που αναφέρουν είναι και κατεδάφιση του παλιού μπακάλικου δίπλα από την την εκκλησία του Άι Δημήτρη και την απόδοση του χώρου στον λαό, συγγνώμη στις παρακείμενες καφετέριες.

– Αυτό θα σας φάει. Η ζήλια που δεν έχετε όραμα και πρωτοποριακές ιδέες.

– Καλά μας δουλεύεις. Εδώ δεν μπορούμε να περπατήσουμε καλά καλά στην Αγίου Δημητρίου, η κεντρική -ο Θεός να την κάνει- πλατεία είναι μες την αυθαιρεσία, στη διαχείριση απορριμάτων είμαστε στη λίθινη εποχή, στην αξιοποίηση των εναλλακτικών μορφών ενέργειας μιλάμε για ανέκδοτο και εσύ μου λες ότι είναι πρωτοπόροι επειδή γεμίσανε ένα βιβλίο με βερμπαλισμούς και «ηθικές» δεσμεύσεις; Σε ποια πόλη ζεις;

– Έλα μωρέ ασχολείστε κι εσείς. Πόσοι την είδαν τη συνέντευξη; Πόσοι διάβασαν το βιβλίο; Στον τίτλο μείνανε όλοι και κάνανε λάικ στο φέισμπουκ.

– Εγώ πάντως αυτό το διάστημα χαζεύω το όραμα των συνδυασμών όπως ξεδιπλώνεται στα κοινωνικά δίκτυα. Εκεί να δεις λακκούβα και γκρίνια για το κάθε απίθανο. Τελευταία βλέπω και έναν που κυκλοφορεί στη γειτονιά με το κινητό και βγάζει φωτογραφία κάθε τρύπα που υπάρχει στον δρόμο. Άσε που οι μισοί διαγράφουν τους άλλους μισούς από ομάδες και ομαδούλες στο φέισμπουκ και είναι απόλαυση να διαβάζεις τα σχόλια. Λες και είσαι σε ελληνική ταινία με πρωταγωνιστή τον Βασιλάκη Καΐλα. Γεμίζει η οθόνη κλάμα και παράπονο.

– Να σκεφτείς ότι προ ημερών πέρασε ο άλλος σφαιράτος από ένα ΣΤΟΠ, τράκαρε και ξεσηκώθηκαν οι αντιπολιτευόμενοι για τις ευθύνες της Δημοτικής Αρχής! Είναι απίθανοι. Έτσι όπως πάνε μετεωρίτης θα πέσει στο Μπραχάμι και αυτοί θα κατηγορούν τη Δήμαρχο.

– Αμ το άλλο που ζητούσαν απ’ τις υπηρεσίες του Δήμου να υπερασπιστούν αυτούς που είχαν καταδικαστεί για πολεοδομικές αυθαιρεσίες γιατί λέει είναι «λαϊκός κόσμος»;

– Δηλαδή αυτοί που πληρώνουν κάθε φορά τα πρόστιμά τους τι είναι; Η μπουρζουαζία του Μπραχαμίου ή τα μονίμως κορόιδα;

– Μη ξεχνάς: Λαϊκός κόσμος που ψηφίζει. Τάξε το απίθανο και όλο και κάποιος θα τσιμπήσει και θα ψηφίσει.

– Εμείς πάντως περιμένουμε τα ολοκληρωμένα προγράμματα των συνδυασμών. Να δούμε και λίγο αναλυτικά το τι λένε εκτός από ατάκες, εικόνες και φωτογραφίες υποψηφίων. Αν έχουν κοστολογήσει τις προτάσεις τους, αν έχουν βρει χώρους γι’ αυτά που τάζουν να φτιάξουν, αν…

– Καλά διαβάζετε ακόμα προγράμματα;

– Πώς δε διαβάζουμε. Να τώρα για παράδειγμα βρήκα το προηγούμενο προεκλογικό πρόγραμμα της Δημοτικής Αρχής και έχει μεγάλη πλάκα να το ξαναδιαβάζεις μια αυτό και μια τον απολογισμό τους. Αλλά επί της ουσίας έχεις δίκιο. Τζάμπα τα τυπώνουν αυτοί, τζάμπα τα διαβάζουμε εμείς. Μετεκλογικά όλα θα είναι στον αυτόματο και μέχρι τις επόμενες εκλογές θα έχουν ξεχαστεί τα πάντα.


[1] http://bit.ly/2KeBAmW
[2] http://bit.ly/2YTwTlJ

Category: Πλίνθοι & κέραμοι | Δεν επιτρέπεται σχολιασμός στο Οργασμοί και προγράμματα
17 Φεβρουαρίου 2019

Ό,τι να ‘ναι

Και ξαφνικά γέμισε η τάιμ λάιν μου στο facebook με μια εικόνα με το εμβαδόν ενός ορθογωνίου που υποτίθεται ότι σχολίαζε την «ευκολία» του σημερινού σχολείου σε σχέση με παλιότερα. Πρώτα ήταν στα αγγλικά, στην πορεία κάποιοι το μετέφρασαν στα ελληνικά για να την «προσαρμόσουν» (sic) και στη δική μας εκπαιδευτική πραγματικότητα.

Συνάδελφοι αγαπητοί, γονείς, εκπαιδευτικές ιστοσελίδες το κοινοποιούσαν ξανά και ξανά δημιουργώντας ένα από αυτά τα κύματα που κατά καιρούς κατακλύζουν τον εικονικό κόσμο του φέισμπουκ για να εξαφανιστούν με την ίδια ευκολία που εμφανίστηκαν.

Και από κοντά, να και τα σχόλια για τα υποχθόνια σχέδια σκοτεινών δυνάμεων που θέλουν να κρατήσουν τα παιδιά μας στο σκοτάδι της αμάθειας έτσι ώστε να μη γίνουν έξυπνα. Γιατί βλέπεις σύμφωνα με τη λογική αυτή, «παλιά» που υποτίθεται μαθαίναμε τα «δύσκολα» στο σχολείο, ήμασταν μες τη συνεχόμενη επανάσταση και τις ανατροπές ενώ τώρα οι μαθητές μας έχουν γίνει μαλθακοί και άβουλοι.

Το ότι το ελληνικό σχολείο κουβαλάει διαχρονικά πολλά προβλήματα και παθογένειες είναι κάτι που δύσκολα θα το αμφισβητήσει κανείς. Αλλά το ότι είναι ένα εύκολο σχολείο, ότι «παλιά», τη δεκαετία του ’70, οι μαθητές μάθαιναν πολύ σπουδαία πράγματα και σήμερα όχι, μόνο όποιος δεν έχει σχέση με την εκπαίδευση μπορεί να το πει. Ή να έχει ξεχάσει τα μαθητικά του χρόνια ή να μην είχε γεννηθεί εκείνα τα χρόνια.

Τι σχέση έχει άραγε το «Να Λόλα ένα μήλο» με αυτά που καλούνται σήμερα να διαχειριστούν στο μάθημα της Γλώσσας οι μαθητές της Πρώτης Δημοτικού; Τι σχέση έχει το τυποποιημένο ημερολόγιο των παιδικών μας χρόνων «Το πρωί σηκώθηκα, έπλυνα τα δόντια μου,ήπια το γάλα μου, ντύθηκα, πήρα την τσάντα μου και πήγα στο σχολείο» (ξανά και ξανά κάθε μέρα και ας μην πλέναμε ποτέ τα δόντια μας) με τα κείμενα που καλούνται να γράψουν οι σημερινοί μαθητές;

Τι σχέση έχει η παπαγαλία του πολλαπλασιασμού, ο τυφλοσούρτης της λύσης προβλημάτων τεσσάρων πράξεων, η μηχανική αποστήθιση του τύπου του εμβαδού με τα σημερινά Μαθηματικά στο Δημοτικό;

Τι σχέση έχει το βιβλίο με «Τα φυτά και τα ζώα της πατρίδος μας» της Γ’ Δημοτικού της δεκαετίας του ’70 με την πολυπλοκότητα του κόσμου που καλούνται τα σημερινά τριτάκια να διαχειριστούν στο μάθημα της Μελέτης;

Κοιτάζω τα δικά μου παλιά τετράδια, τα κιτρινισμένα σχολικά βιβλία των παιδικών μου χρόνων, διαβάζω τα σημερινά κείμενα των μικρών μαθητών μου, βλέπω τα βιβλία τους και το μόνο που δεν μπορώ να πω είναι ότι είναι τώρα το σχολείο είναι «εύκολο» και αυτά τα σημερινά παιδιά είναι λιγότερο έξυπνα από παλιότερα.

Το σχολείο μας είναι πολύ δύσκολο, πολύ απαιτητικό, οι μαθητές μας είναι έτη φωτός μπροστά απ’ τους αντίστοιχους της 10ετίας του ’70 και αν το εκπαιδευτικό μας σύστημα ήταν πιο οργανωμένο και πιο λειτουργικό θα απογειώνονταν.

Category: Πλίνθοι & κέραμοι | Δεν επιτρέπεται σχολιασμός στο Ό,τι να ‘ναι