ηλιοβασιλέματα

Απέναντι τ’ άπιαστα βουνά, [1] δεξιά ο ήλιος που βασιλεύει.

– Θα πάμε για μπάνιο;

– Είναι νωρίς ακόμη. Σε λίγο.

Σε λίγο, σε λίγο, εκεί γύρω στις 7, κάθε απόγευμα πάντα στην ίδια παραλία.

Με τη φωτεινή μπάλα να στέκεται δυο δάχτυλα πάνω απ’ τον ορίζοντα παίρνοντας κάθε φορά και διαφορετικά χρώματα ανάλογα με τα καπρίτσια του καιρού.

Μόνη της, με πυρωμένα σύννεφα γύρω της, πεντακάθαρη, θολή, με τα πουλιά που πετάνε μαύρες φιγούρες στον ουρανό.

Ο Ήλιος,

Λευκή τρύπα στο φιλμ,

τον παρακολουθείς με μισόκλειστα μάτια να κατεβαίνει γρήγορα μέχρι να χαθεί πίσω απ’ τη γραμμή για να μείνουν οι εκρήξεις των χρωμάτων και η απόλυτη ησυχία στην έρημη ακρογιαλιά.

– Πάμε, έχει κουνούπια πάλι.

~~~

«Στις οχτώ ο ήλιος φουσκώνει σα γάλος
καμαρώνει στην κορυφή του λόφου
μες στη θάλασσα είναι μεγάλο ματωμένο λαχούρι
εγώ ονειρεύουμαι ακόμα προσηλωμένη
στη μικρή σελήνη της ημέρας
αυτή η τόσο ωχρή η δίχως λάμψη
μετά το τελευταίο πληθωρικό ξέσπασμα του ήλιου ακούω
μια γνήσια ελληνική μουσική που να σκίζει την καρδιά
που κρατάει το αίσθημα επί τόπου
έτσι απόλυτα αιωρούμενο σαν κολιμπρί
τέλος κάτι πού μοιάζει με έρωτα
ή το να προσπαθείς να γράψεις.»
[2]


[1] απέναντι =>
[2] Μάτση Χατζηλαζάρου, εκεί πέρα εδώ, Ικάρος, 1989

άνωση

– Είναι αργά, θέλετε να πάμε για μπάνιο εδώ κοντά; Είναι κάπως διαφορετικά.

– Γιατί, τι έχει;

– Θα δείτε…

~~~

Ο χωματόδρομος χώριζε στα δυο το νερό. Η λιμνοθάλασσα του Αιτωλικού απ’ τη μια – με τον επίπεδο Ντολμά μόλις να ξεχωρίζει απ’ την επιφάνειά της – και η τεράστια ακανόνιστη λεκάνη της αλυκής απ’ την άλλη με το στεγνό αλάτι να δημιουργεί άσπρες κοφτερές απολήξεις στο λασπωμένο έδαφος.

– Προσεκτικά όπως μπαίνετε. Όχι στην άκρη. Εδώ που είναι βαθιά. Το στερεοποιημένο αλάτι κόβει.

– Μα δεν μπορείς να κολυμπήσεις! Σε σπρώχνει προς τα πάνω!

– Είναι η άνωση. Το νερό έχει πάρα πολύ αλάτι οπότε προχωράς σιγά σιγά, σαν να περπατάς, προσέχοντας μη γυρίσεις ανάποδα. Α! και να μην πέσει νερό στα μάτια σας. Δεν είναι για βουτιές.

– Εγώ δεν μπαίνω παραμέσα. Φοβάμαι! Δεν μπορώ να ισορροπήσω.

– Δεν ζει τίποτα εδώ. Μόνο αυτές οι μικροσκοπικές κόκκινες γαριδούλες που τρώνε τα φλαμίνγκο. Μπορείς να τις δεις να κολυμπάνε κοντά στην επιφάνεια.

– Λένε ότι τα φλαμίνγκο δεν φεύγουν πια από την αλυκή τον χειμώνα. Άλλαξε ο καιρός κι αλλάζουν κι αυτά συνήθειες.

– Τον χειμώνα όλη η δεξαμενή στεγνώνει εκτός από εδώ που κολυμπάμε. Την Άνοιξη τη γεμίζουν πάλι απ’ το Ιόνιο.

-Νιώθω σαν συνταξιούχος σε ιαματικά λουτρά.

– Ξέρεις πόσος κόσμος έρχεται και κάνει το μπάνιο του εδώ; Πάλι φωτογραφίζεις τα παλούκια;

~~~

Κουβέντα στην κουβέντα για το αλάτι, τις αλυκές, τα κλικ της φωτογραφίας, τον περίεργο καιρό που αλλάζει τις συνήθειες των φλαμίνγκο, πειράγματα, η δυσκολία να ισορροπήσεις…

… κι ο ήλιος κρύφτηκε αφήνοντας αυτή την αλλόκοτη αίσθηση «μπάνιου» – «μη μπάνιου» στην αλμυρή ζεστή δεξαμενή, τα χρώματα και τις αγριόπαπιες να σηκώνονται απ’ τη λιμνοθάλασσα.

Διαβάζοντας Μάτση Χατζηλαζάρου

– Θεωρείτε μάταιο το ότι γράψατε ποίηση; 
– Όχι δεν αισθάνομαι έτσι. Είναι αυτό που είναι. Ούτε μάταιο ούτε χρήσιμο. Μπρος στο άπειρο, τι σημασία έχει η ποίηση! [1]

~~~

«Δεν ήτανε ανάγκη βασίλισσα να με κάνεις του Περού. 
Ανάγκη ήτανε να σκύψεις από πάνω μου, να δω στα μάτια σου 
εκείνα τα δυο φωτάκια. Φωτάκια πού λένε ότι είμαι 
τ’ ονειρεμένο σου νησί στην Ωκεανία, ξωτικό, πρωτόγονο
ηλιοπλημμυρισμένο, καθάρια γαλάζια τα νερά του,
και οι βυθοί του ανθόσπαρτοι σαν το πιο γόνιμο χωράφι.»


[1] http://bit.ly/31JrP3N
[2] Μάτση Χατζηλαζάρου, Μάης Ιούνης και Νοέμβρης, Ίκαρος 1989

Σελίδες:1234567...101»