28 Απριλίου 2026

9.551 κλικ

«Μαζί βαδίζουμε πάνω στην άδεια σκηνή χωρίς σκηνοθετημένα όνειρα.
Αγνοούμε τον κίνδυνο κι όμως συνεχίζουμε να παίζουμε
να ζούμε το παιχνίδι, να ζούμε τις πράξεις μας.
Πρώτη πράξη: εσύ.
Δεύτερη πράξη: εγώ.
Τρίτη πράξη: εμείς.
Κι ύστερα, το τέλος σε μια σκηνή που δεν έχει φως δεν έχει έξοδο κινδύνου!
»[1]

~~~

– Θα έρθεις να μας φωτογραφίσεις; Ανεβάζουμε στο 11ο Δημοτικό την «Τραπεζαρία» του Άλμπερτ Γκέρνι και θέλουμε να ετοιμάσουμε ένα ταμπλό με φωτογραφίες για την είσοδο της αίθουσας τις μέρες τις παράστασης.

– Δεν έχω φωτογραφίσει ξανά θεατρική παράσταση. Και δεν τα πάω και καλά με τις φωτογραφίες ανθρώπων. Νιώθω άβολα.

– Έλα, σε περιμένουμε. Η πρόβα είναι στις 7:30 το απόγευμα στην αίθουσα τελετών του σχολείου.

Kαι πήγα!

~~~

«Είναι δύσκολο να ζήσεις το διαφορετικό
εκείνο που δεν έμαθες ακόμα, εκείνο που δεν ένιωσες.
Πρόβα στις ζωές των άλλων δεν έμαθα να κάνω.
Είναι σκληρό να πονάς για άλλους μέσα από σένα!
Είναι οδυνηρό να γελάς για άλλους κι όχι για σένα!
“Σαρξ εκ της σαρκός μου”.
Κι οι λέξεις γίνονται δικές μου. Δεν υπάρχει ρόλος.
Τα ψέματα τελείωσαν, “η παράσταση αρχίζει”.
» [2]

~~~

Ήταν τον Ιούνιο του 2017 όταν τους γνώρισα.
Ήταν μια παρέα συναδέλφων εκπαιδευτικών που αποφάσισαν στο εξωτικό Μπραχάμι να βγουν από τους μικρόκοσμους των τάξεων και να ταξιδέψουν στο κόσμο του θεάτρου με τον Γιώργο στο τιμόνι της ομάδας.
Και τα κατάφεραν!
Με τη μια παράσταση να διαδέχεται την άλλη
πάντα όμως με το ίδιο πείσμα
να παρουσιάσουν κάτι το άρτιο.

Να ψηλαφούν στην αρχή τον κόσμο της κωμωδίας
για να προχωρήσουν στην επόμενη φάση
στον δύστροπο χώρο των εσωτερικών αναζητήσεων και συγκρούσεων:

Η τραπεζαρία του Άλμπερτ Ρ. Γκέρνι,
ο Δον Καμίλο του Σωτήρη Πατατζή,
η Μήδεια του Μποστ,
οι Μπαμπάδες με ρούμι των Ρέππα – Παπαθανασίου,
η Ζωή μετά χαμηλών πτήσεων του Αρκά,
ο Επιθεωρητής, του Νικολάι Γκόγκολ,
το Γελώντας άγρια του Κρίστοφερ Ντουρανγκ,
οι γυναίκες του Λόκερμπι της Deborah Brevoort…

~~~

Ταξίδευαν
και μαζί με αυτούς ταξίδευα κι εγώ,
κάθε φορά στις τελευταίες πρόβες τους,
λίγο πριν την πρεμιέρα.
Τους παρακολουθούσα με τη φωτογραφική μηχανή
από το σκοτάδι της πλατείας,
τους έβλεπα
να αλλάζουν από παράσταση σε παράσταση,
να ωριμάζουν,
να δένονται σαν ομάδα
με τον Γιώργο,
πότε με χιούμορ,
πότε με αυστηρότητα,
να ρυθμίζει κάθε λεπτομέρεια,
κάθε κίνηση.

Τους παρακολουθούσα
και προσπαθούσα
να κλείσω στα ορθογώνια κουτάκια της φωτογραφίας
σπαράγματα από τον κόσμο τους,
να αιχμαλωτίσω λίγο απ’ την μαγεία τους
στα πίξελ της φωτογραφικής μηχανής.

Αιχμαλωτίζεται άραγε η μαγεία;

~~~

Γιώργο, Εύη, Μαίρη, Μελανία, Κατερίνα, Αλίκη, Ειρήνη, Αλεξάνδρα, Σταύρο, Διονύση, Βάνα, Νίκο, Πάρις, Ελίζα, Μερσίνα, Βασίλη, Γιάννη,
σας ευχαριστώ γι΄ αυτά τα 9.551 κλικ.
Σας ευχαριστώ που μοιραστήκατε μαζί μου
τα πρόσωπά σας,
τα σώματά σας
και το πάθος σας.
Συνεχίστε με την ίδια αγάπη!

~~~

«Περάσανε τα χρόνια και ζήσαμε όλοι μαζί την ευτυχία,
την ευτυχία να έχουμε ο ένας τον άλλο
μαζί πάνω στη σκηνή:
να περπατάμε, να πέφτουμε, να φωνάζουμε και να ζη-
τάμε τα πάντα από τη ζωή.
Τίποτα δε μας χαρίστηκε ακόμα, για πάντα θα πα-
λεύουμε
να έχουμε απλά ο ένας τον άλλο.
Σηκώσαμε το πανό που γράφει πάνω τ’ όνομά μας με
κόκκινη μπογιά.
-Παλέψαμε για το ψέμα ή για την αλήθεια;
-Παλέψανε για το χαβά τους!
Μα η αλήθεια είναι πάντα νωπή και στάζει.
» [1]


[1] Γάκος Σωτήρης, Επί σκηνής, Επί σκηνής, Ars Poetica, 2013
[2] Γάκος Σωτήρης, Ενσάρκωση, Επί σκηνής, Ars Poetica, 2013
[3] Γάκος Σωτήρης, Θεατρίνοι, Επί σκηνής, Ars Poetica, 2013

22 Οκτωβρίου 2025

Διονύσης Σαββόπουλος

«Δεν έχω ύπνο ενώ γλυκό το αηδόνι
την ομορφιά της νιώθει και πονάει
ποια να ‘ναι η δίψα που μας σιγολειώνει
και διψασμένους κι άυπνους μας κρατάει;» [1]

~~~

Έφυγε και ο τραγουδοποιός της νιότης μας κι όχι μόνο,

~~~

«Αηδόνι πες μου απ’ του δικού σου μπλουζ τα ύψη
πριν διαλυθείς εκεί στον φθόγγο τον οξύ
ποιες κερασιές του ουρανού
των δυο χειλιών της η πορφύρα
μου ‘χει κρύψει
σαν των γλουτών της το άσπρο μήλο πού αλλού;» [1]

~~~

Θα μείνουν όμως τα τραγούδια του μαζί μας,
μόνιμοι σύντροφοί μας,
για να μας ταξιδεύουν στον χρόνο,
και στο όνειρο.

~~~

«Κι όλα γλιστρούν πια, δίχως κουπιά
με το αεράκι στο πανί τους
δεν ξεχωρίζω αηδόνι πια
μόν’ της καρδούλας σου τους χτύπους.» [1]


[1] Διονύσης Σαββόπουλος, Αηδόνι στην κερασιά, 1999

Category: Πλίνθοι & κέραμοι, Στους Imaginistes | Δεν επιτρέπεται σχολιασμός στο Διονύσης Σαββόπουλος
24 Σεπτεμβρίου 2025

βάρδια

~~~

Τα πρωινά, εκεί γύρω στις πέντε,
οι κινήσεις γίνονται μηχανικά:
Πλύσιμο, ξύρισμα, καφές, ντύσιμο,

μηχανικά,
αλλά όχι πάντα σωστά,
– Σήμερα κατέβηκα τις σκάλες και στην εξώπορτα κατάλαβα ότι έφευγα με τις παντόφλες.
γιατί το μυαλό από ένα σημείο και μετά αδυνατεί να εστιάσει,
γίνεται σαν μια απέραντη θάλασσα
με τις σκέψεις να πετάνε άστατα απ’ τη μια άκρη της στην άλλη.
– Πρέπει να σημειώνω το τι έχω να κάνω. Πάλι θα ξεχάσω κάτι.

~~~

Τα πρωινά, εκεί γύρω στις πέντε,
έχει μια ψύχρα που η υγρασία την κάνει πιο έντονη.
– Σου έβαλα ένα λεπτό μπουφάν. Να το φοράς γιατί το πρωί θα έχει κρύο.
αλλά,
έμεινε διπλωμένο στη βαλίτσα
γιατί το σώμα αναζητά αυτά τα αμέτρητα τσιμπήματα του ψυχρού αέρα πάνω του.

– Να το φοράς, θα κρυώσεις και τι θα γίνει τότε;
αλλά,
έμεινε διπλωμένο στη βαλίτσα
και αντιδρώ στη νουθεσία,
σαν τα μικρά που έρχονται τα κρύα πρωινά απ’ το σπίτι τους κουκουλωμένα με τα μπουφάν
και μόλις φτάνουν στην αυλή του σχολείου
τα πετάνε πάνω στις τσάντες
βγάζουν κοροϊδευτικά τη γλώσσα στον κρύο αέρα.
και τρέχουν με τα κοντομά­νικα πάνω κάτω αδιαφορώντας για τις συνετές συστάσεις μαμάδων, μπαμπάδων, δασκάλων,
– Μα κύριε δεν κρυώνω καθόλου.

~~~

«Θαμπός ο δρόμος την αυγή, χωρίς σκιές·»[1]

~~~

Τα πρωινά, εκεί γύρω στις πέντε,
η παλιά Εθνική είναι συνήθως άδεια,
με τα κίτρινα φώτα να φωτίζουν τις σκιές
και τα φανάρια να αναβοσβήνουν χωρίς σταματημό,

πράσινο
πορτοκαλί
κόκκινο
πράσινο
….
ρυθμίζοντας την κυκλοφορία ανύπαρκτων αυτοκινήτων.
– Πριν γίνει ο καινούριος δρόμος η κίνηση εδώ δε σταματούσε ποτέ.

~~~

«Kαι ο δρόμος εξακολουθεί, σκληρός,
σκληρότερος παρά ποτέ,
σκυρόστρωτος ή με άσφαλτο ντυμένος…»[1]

~~~

Τα πρωινά, εκεί γύρω στις πέντε,
λίγο πριν την ανηφόρα για το νοσοκομείο,
ντλινγκ!
έρχεται το μήνυμα:
«Ήταν ανήσυχη / κοιμήθηκε καλά,
ήθελε να φύγει / μου έλεγε ιστορίες…»

– Αν κοιμάται φύγε, σε λίγο φτάνω και θα αναλάβω εγώ…


[1] Ανδρέας Εμπειρίκος, Ο δρόμος, Οκτάνα, Ίκαρος, 1980.

Category: Πλίνθοι & κέραμοι, Στους Imaginistes | Δεν επιτρέπεται σχολιασμός στο βάρδια