Πονάει χέρι, κόβει κεφάλι

– Πλιγκ! Ο ήχος απ’ το κινητό λίγο μετά τα μεσάνυχτα.

– Μα ποιος στέλνει μηνύματα τέτοια ώρα;

– Συνάδελφος είναι. Πήρε απόφαση η Περιφέρει να κλείσει όλα τα σχολεία αύριο.

– Όλα! Γιατί; Τι έγινε;

– Βρέχει.

– Φθινόπωρο είναι, λογικό δεν είναι να βρέχει;

– Ξέρεις είναι και οι καταστροφές, οι νεκροί στη Μάνδρα. Μάλλον φοβήθηκαν.

– Και τι σχέση έχει το ένα με το άλλο; Εκλέγονται όχι για να φοβούνται αλλά για να λύνουν προβλήματα. Και όταν παίρνεις αποφάσεις που αφορούν την καθημερινότητα εκατομμυρίων ανθρώπων στο πόδι αυτό που «εκπέμπεις» δεν βοηθάει. Σε κανένα επίπεδο.

– Και τι να κάνουν; Αν γινόταν πάλι κάτι;

– Να τα κρατήσουμε λοιπόν μόνιμα κλειστά τα σχολεία γιατί πάντα υπάρχει ο κίνδυνος να γίνει κάτι. Είναι άλλο πράγμα οι στοχευμένες παρεμβάσεις, το συγκεκριμένο σχολείο που είναι πάνω/δίπλα στο ρέμα, η γειτονιά που πλημμυρίζει, ο δρόμος που δεν μπορούν να τον περάσουν τα παιδιά όταν βρέχει και άλλο αυτό που έκαναν. Είναι ανεπίτρεπτο και το μόνο που δείχνει είναι πανικό, ανικανότητα και ανευθυνότητα.

– Τι γκρινιάζεις; Κουτί σου ήρθε. Εσύ δάσκαλος είσαι, θα ξυπνήσεις αύριο αργά και θα πιεις και το καφεδάκι σου με την ησυχία σου.

«Μας βαρούν κλαρίνα και τραβάμε ίσια
σε ανηφοριές γνωστές με κυπαρίσσια» [1]

– Καλημέρα! Πού σε βρίσκω πρωί πρωί;

– Σχολείο είμαι και βγάζω μια ανακοίνωση ότι δε θα λειτουργήσει σήμερα. Έδιωξα και 5 – 6 πιτσιρίκια που είχαν έρθει για τη γιορτή. Θα καθίσω λίγο ακόμα μήπως έρθουν άλλα και θα φύγω. Καλά είναι απίθανοι! Μεσάνυχτα αποφάσισαν ότι κλείνουν όλα τα σχολεία. Τι τους έπιασε; Δεν ξέρουν τι τους γίνεται!

– Τι να σου πω. Δίκιο έχεις.

«Μπάταρε ο κόσμος δεν τον βλέπεις γουβιάζει
κι εγώ που πάνω απ’ όλα σκεφτόμουν τη ντροπή
είμαι Θιασώτης – και κάνω πια πως δε με νοιάζει.» [2]


[1] Διονύσης Σαββόπουλος, Μας βαράνε ντέφια
[2] Active Member – Εχθρός του λαού: https://goo.gl/cS7ciN

Αεροπλάνα, τι πολλά

«Αεροπλάνα, τι πολλά
έλα να δεις Μπεμπέκα!
Τα παιδάκια τα μετρούν
και τα βγάζουν δέκα.»

Πρέπει να είναι ένα από τα λίγα ποιηματάκια που θυμάμαι απ’ τα νηπιακά μου χρόνια. Ήταν δέκα ποιήματα, ένα για κάθε αριθμό, που μου τα διάβαζαν από ένα βιβλιαράκι των εκδόσεων Άγκυρα ξανά και ξανά για να μάθω τους αριθμούς. Κάπου θρονιάστηκαν σε μια γωνίτσα του μυαλού, ξεθώριασαν με το πέρασμα των χρόνων, όλο τον καιρό μένουν εκεί ξεχασμένα, αλλά για κάποιον ανεξήγητο λόγο κάθε χρόνο, τέτοια μέρα,

τσουπ!

 το συγκεκριμένο βγαίνει στην επιφάνεια.

Δεν ξέρω ποιο είναι το ερέθισμα που το ανασύρει. Υποθέτω ότι είναι ο θόρυβος των αεροπλάνων που πετάνε πάνω απ’ τις παρελάσεις, δείγμα της πολεμικής ετοιμότητας της πτωχευμένης Ελλαδίτσας για να φοβηθούν οι οχτροί και να αναπτερωθεί το ηθικό των γηγενών.

Οι γύρω μου βλέπουν τα αεροπλάνα, ακούνε τα ταμπούρλα να χτυπάνε, θαυμάζουν τις ευθύγραμμες σειρές, σχολιάζουν καλλίπυγες δασκάλες που δίνουν παραγγέλματα,  θυμούνται ένδοξες στιγμές  ή στιγμές που νομίζουν ότι είναι ένδοξες, νιώθουν με όλα αυτά ρίγη εθνικής συγκινήσεως και εγώ κολλημένος να σκέφτομαι το ποιηματάκι με την Μπεμπέκα.

Αυτό και οχτώ στοιχισμένες παστούλες έτοιμες για τον φούρνο:

«Οχτώ παστούλες έφτιαξε
ο Άρης με τη Σίσση
και στη γραμμή τις έβαλε
στο φούρνο να τις ψήσει.»

Άβυσσος η ψυχή του ανθρώπου!

Οκτ 23, 2017 - Πλίνθοι & κέραμοι, Στους Imaginistes    Δεν επιτρέπεται σχολιασμός στο Κρανίου τόπος

Κρανίου τόπος

Μάλλον δεν μπορείς να ξεφύγεις απ’ το παρελθόν σου. Σαν να είναι ένα αόρατο σχοινί που σε κρατάει δεμένο. Τεντώνεται, λεπταίνει, γίνεται κλωστούλα, αλλά είναι πάντα εκεί.
Μεγαλώνεις, αλλάζει ο κόσμος γύρω σου, αλλάζεις κι εσύ, αλλά κάποια στιγμή κάτι συμβαίνει και η κλωστούλα σε τραβάει πίσω.

– Πρέπει να κανονίσουμε να πάμε στη Μακρόνησο. Θέλω να δω αυτό το μέρος μια φορά.

«Λίγα καψαλιασμένα σκοίνα στη μασκάλη του καλοκαιριού
λίγες ασφάκες
το θυμάρι» [1]

Περπατάς στο άνυδρο τοπίο και το μυαλό γυρίζει πίσω.
Στις δικές σου μνήμες, στις διηγήσεις των παλιών, στα οικογενειακά βιώματα, στα βιβλία που διάβαζες στην άγρια νιότη σου.
Όλα εκεί να στριφογυρίζουν.

«Διψάσαμε πολύ.
Πολύ πεινάσαμε.
Πολύ πονέσαμε.» [1]

«Βραδιάζει
με το παγούρι του δειλινού χωμένο στην αμμουδιά
με το φεγγάρι αραγμένο σ’ έναν άλλο γιαλό
να το κυλάει η γαλήνη με το μικρό της δάχτυλο –
σε ποιο γιαλό; ποια γαλήνη;» [1]

– Ν’ ανέβουμε ψηλά στον λόφο με την κεραία;
– Συγγνώμη είναι μακριά ακόμη;
– Κάμποσο, αλλά έχει καταπληκτική θεά.

«Δω πέρα ξεχάσαμε ένα σωρό πράματα.
Δεν είναι ένα παράθυρο να κοιτάξουμε τη θάλασσα
Αλλιώς κοιτιέται η θάλασσα απόνα παράθυρο
αλλιώς πίσω απ’ το συρματόπλεγμα.» [1]

– Πού είναι το Β’ ΕΤΟ; Δεν μπορώ να καταλάβω απ’ τον χάρτη.
– Όλη αυτή η πλαγιά πίσω μας. Και ψηλά είναι το θέατρο.
– Ξέρετε ήταν ο πατέρας μου εδώ. Θα μου βγάλετε μια φωτογραφία κάτω απ’ την αψίδα;

«Α. Β. Γ.

Τα συρματοπλέγματα.
Οι νεκροί.
Οι τρελοί.

Α.Β.Γ.

(Γαλάζια, η θάλασσα — πολύ γαλάζια.
Χρυσό αιγαιοπελαγίτικο τοπίο.
Οι γλάροι)

Α.Β.Γ.» [1]


[1] Γιάννης Ρίτσος, Πέτρινος χρόνος, Κέδρος 1981

Σελίδες:1234567...93»