15 Νοεμβρίου 2019

Το καπάκι

– Κατέβασε την ανακύκλωση σε παρακαλώ. Έχει γεμίσει.

– Όχι τώρα. Βρέχει!

– Τι εννοείς βρέχει. Η βροχή έχει σταματήσει εδώ και ώρα. Δυο τρεις ψιχάλες ρίχνει. Δε θα πάθεις τίποτα.

– Δεν το λέω γι’ αυτό. Το καπάκι του κάδου της ανακύκλωσης είναι σπασμένο εδώ κι έναν χρόνο και ό,τι χάρτινο βάζουμε μέσα όταν βρέχει γίνεται πολτός. Τζάμπα τα ρίχνουμε.

– Δηλαδή εμείς κάνουμε ότι ανακυκλώνουμε και ο Δήμος ότι τα μαζεύει;

– Δεν ξέρω πόσο έγκυρα είναι τα στοιχεία που διάβασα σε μια ιστοσελίδα αλλά όσο αφορά τη διαχείριση των σκουπιδιών και την ανακύκλωση στο Δήμο μας η κατάσταση είναι απελπιστική. Όπως και στους περισσότερους.

– Στην ιστοσελίδα του Δήμου μας πάντως το κομμάτι της ανακύκλωσης είναι μια ωραιότατη έκθεση ιδεών [1]. Σαν αυτές που γράφαμε μικροί για την αποταμίευση. Θα την διαβάζει και κανένας παραέξω από μας και θα νομίζει ότι είμαστε η πράσινη πόλη.

– Μα πώς νομίζεις ότι παίρνουν κάτι «βραβεία» «βιώσιμης ανάπτυξης»; Από τις εκθέσεις ιδεών. Γιατί στην πράξη, άστα καλύτερα.

– Άσχετο, αλλά κάτι κάδους κομποστοποίησης που έδιναν κάποτε τι απέγιναν τελικά; Πώς προχώρησε το πρόγραμμα;

– Γιατί ξέρει κανείς; Όλα αυτά τα προγράμματα ξεκινάνε συνήθως ανοργάνωτα, δίνονται ένα σωρό λεφτά σε διαφήμιση και υλικά, αλλά ούτε ελέγχεται η εφαρμογή τους, ούτε συμπεράσματα βγαίνουν, ούτε διορθωτικές κινήσεις γίνονται, ούτε απολογισμός πραγματοποιείται. Όλα στο πόδι και στο περίπου.

– Αυτό που λες είναι σημαντικό πρόβλημα. Θυμάμαι το 2015 που δημοσιεύτηκε το Τοπικό Σχέδιο Διαχείρισης Απορριμμάτων του Δήμου μας αναφερόταν η ανάγκη συγκέντρωσης αξιόπιστων στοιχείων για να μπορέσει να προχωρήσει σωστά ο όποιος προγραμματισμός. [2]. Μάλιστα μέχρι φέτος θα έπρεπε να είχαν ολοκληρωθεί οι περισσότερες δράσεις του. Έχει γίνει κανένας απολογισμός;

– Απολογισμός; Ποιος θα τον κάνει; Εδώ πέρασε ολόκληρη η προεκλογική περίοδος για τις Δημοτικές Εκλογές και για τη διαχείριση απορριμάτων δεν ακούστηκε κουβέντα. Το υπ’ αριθμό ένα ζήτημα σε όλη την Ευρώπη, για το Μπραχάμι ήταν πέρα βρέχει. Άλλοι ασχολούνταν με τις λακκούβες στο δρόμο, όλοι με το εικονικό κολυμβητήριο στον Ασύρματο, άλλοι με τα μπραχαμιώτικα «αντιφασιστικά» μέτωπα (sic), άλλοι με τα σακουλάκια για τα κακά απ’ τα σκυλάκια.

– Τελικά θα την κατεβάσεις την ανακύκλωση. Ναι ή όχι.

– Θα την κατεβάσω, μη γκρινιάζεις. Εικονική πραγματικότητα είπαμε. Εγώ θα φαίνομαι «συνειδητοποιημένος» πολίτης και ο Δήμος μας θα καμαρώνει ότι «ανακυκλώνει». Και όλοι μαζί στη μιζέρια. Θα ζούμε μόνο για να ανεβάζουμε φωτογραφίες από «πρωτοποριακές» δράσεις στο φέισμπουκ.

Hard Rerset! Αλλά πού είναι κρυμμένο αυτό το κουμπάκι;


[1]http://bit.ly/2r0hqDG
[2] http://bit.ly/2NOpJvw

Category: Πλίνθοι & κέραμοι, Στους Imaginistes | Δεν επιτρέπεται σχολιασμός στο Το καπάκι
26 Οκτωβρίου 2019

Κολλημένος χρόνος.

Το βράδυ μια ψύχρα την έχει, αλλά δεν υπάρχει η αίσθηση του φθινοπώρου. Σαν να κόλλησε ο καιρός εκεί στα τέλη του καλοκαιριού.

– Κοίτα τα καπνά στα χωράφια. Τα έχουν μαζέψει κι είναι ακόμα πράσινα.

Σαν να έχει κολλήσει ο καιρός, αλλά κι ο χρόνος. Είναι περίεργο αυτό που συμβαίνει. Φεύγεις απ´την Αθήνα και όλα πάνε πιο αργά. Ο αχός της ζωής ακούγεται απόμακρος, οι ώρες σέρνονται, το τραπέζι με τις πλαστικές καρέκλες λες και δεν μετακινήθηκε ποτέ.

– Βλέπω το τρακτέρ να οργώνει, πάνω κάτω, απ´ τη μια άκρη του χωραφιού στην άλλη, και προσπαθώ να καταλάβω τι σκέφτεται ο οδηγός του. Πού να τρέχει το μυαλό του όλες αυτές τις ατέλειωτες ώρες;

– Από ένα σημείο και μετά νομίζω ότι δεν σκέφτεσαι τίποτα. Δεν υπάρχει η αίσθηση του τώρα, του πριν, του μετά.

– Έχεις δίκιο. Θυμάμαι όταν μαζεύαμε τα καπνά οι ώρες πριν ξημερώσει ήταν οι πιο δύσκολες. Δεν περνούσαν με τίποτε. Στην αρχή ξεκινούσες να σκέφτεσαι τα φλερτ που έκανες, τ’ αγόρια που σου άρεσαν, αλλά πόσα αγόρια να σκεφτείς; Από ένα σημείο και μετά ήταν σαν να ζούσες σε όνειρο. Ακολουθούσες μηχανικά την αυλακιά, τα χέρια έκοβαν τους μίσχους των φύλλων, κολλούσαν απ’ την νικοτίνη και το μυαλό ήταν σε μια ομίχλη…

«Ο χρόνος, σκέφτομαι, ίσως είναι μια αργοπορημένη τιμωρία – για ποιο πανάρχαιο σφάλμα! Βράδιαζε. Άνοιξα το παράθυρο κι αφουγκράστηκα μακριά το αιώνιο παράπονο του κόσμου.» [1]

Ακόμα και τα ηλιοβασιλέματα κρατάνε πολύ. Μ’ αυτό το περίεργο το φως.

– Δεν μου αρέσει καθόλου αυτή η ώρα. Με μελαγχολεί αφάνταστα. Θέλω να νυχτώσει.

– Εγώ αντίθετα τη βρίσκω πολύ όμορφη. Κοίτα τα χρώματα.

«Έτσι συνήθως χάνουμε τα πιο ωραία χρόνια μας, από ‘να τίποτα: ένα αύριο που άργησε ή ένα λυκόφως που κράτησε πολύ…» [1]


[1] Τάσος Λειβαδίτης, Το Θλιμμένο Γραμματοκιβώτιο, Ποίηση 1979 -1990

Category: Πλίνθοι & κέραμοι, Στους Imaginistes | Δεν επιτρέπεται σχολιασμός στο Κολλημένος χρόνος.
30 Σεπτεμβρίου 2019

Γκρέτα

«Οι μειοψηφίες
τάγματα ξυπόλητα
σκαρφαλώνουν μέσα
σε σκοτάδια απόλυτα

Κόμμα και ρετσίνα
κι άσματα επινίκια
Είμαι δεκαεξάρης
σας γαμώ τα Λύκεια
» [1]

~~~

– Είμαι μεγάλος, λέει ο Θανάσης, και δεν πιστεύω σε ήρωες και ηρωίδες.

– Γιατί δεν μιλάει για το Αφγανιστάν, τις Σκουριές, τα νεκρά παιδάκια στο Αιγαίο; Λέει η άλλη και κουνάει το δάχτυλο όλο αυστηρότητα σαν δασκάλα του ’50 κρατώντας το αριστερόμετρο ακριβείας στο άλλο χέρι.

– Πού το πάνε το παιδί οι γονείς του; Δε βλέπουν ότι το καταστρέφουν με την τόση υπερέκθεση; Η επιστημονική προσέγγιση των «ειδικών».

– Γιατί την πριμοδοτούν τα μέσα; Δεν είναι ύποπτο αυτό; Η πονηρή ερώτηση ενός τρίτου.

Τ’ ακούω, τα διαβάζω και βρίσκω να συμφωνώ με τα περισσότερα απ’ αυτά. Μα την ίδια στιγμή βλέπω τον εαυτό μου στον καθρέφτη, έναν μεσήλικα με φαλάκρα και κοιλίτσα,

«Είμαι μεγάλος, με τιράντες και γυαλιά
κι όλο φοβάμαι το αύριο
», [1]

φουλ στον ορθολογισμό (τρομάρα μου) και τρομάζω.

«Πού ήταν το θάρρος κι η πίστη μου αίφνης;
Μαζί τους ήμουνα στην άλλη Αριστερά
που είδε τον κόσμο σαν έργο τέχνης
με τελειωμένα κι αθάνατα φτερά.
» [2]

~~~

Καθισμένος μπροστά σ’ ένα πληκτρολόγιο, στην καρέκλα του καφενείου με τα τσίπουρα και τους μεζέδες, σχολιάζω και κρίνω 16χρονα και 17χρονα που βγαίνουν μπροστά,

«με τη χρυσή της νιότης πανοπλία
το θάρρος, την ορμή, τη λεβεντιά,
[…]
φλόγα, ζωή και θέληση γεμάτα
[…]
μια πλάση ονειρευτή, μια πλάση νέα
τα μπράτσα τους να χτίσουν τα γερά.
» [3]

Σχολιάζω και τα κατακρίνω με τη «σοφία» του ώριμου πολίτη (τρομάρα μου) γιατί οραματίζονται ότι μπορούν να αλλάξουν τον κόσμο. Τους βρίσκω χίλια δυο κουσούρια, φαντάζομαι υποχθόνιες δυνάμεις να τα καθοδηγούν, ψέγω τους γονείς τους που δεν τα πιάνουν απ’ το αυτί για να τα στείλουν στο σχολείο ώστε να γίνουν«χρήσιμοι πολίτες», με ενοχλεί που δεν βλέπουν «σφαιρικά» (sic) τα προβλήματα του κόσμου.

~~~

Γράφει ο Θάνος Καλαμίδας στο κείμενό του «Η Γκρέτα και η χυδαιότητα που μας κονταίνει» [4]:

«…Δυστυχώς πολλά από αυτά τα έχω διαβάσει σε ελληνικά ΜΜΕ και ιντερνετικό κοινωνικά δίκτυα από …Ελλάδα. Τα έχουν πει ακόμα και βουλευτές. Κι έχω ντραπεί. Κι έχω θυμώσει γιατί αντί να κάνουμε τόπο να περάσουν τα 17χρονα μπας και διορθώσουν τα λάθη που κάνουμε, τους βάζουμε τρικλοποδιές με τον πιο χυδαίο τρόπο, την ύβρη. Τόσο πολύ φοβόμαστε λοιπόν τα 17χρονα ώστε να καταφεύγουμε στην προσωπική χυδαιότητα για να αντιμετωπίσουμε το μήνυμά τους; Και πως νομίζουμε ότι θα δουλέψει αυτό; Ξεχάσαμε πως ήταν να είσαι 17χρονος; Τους γαμάς τα λύκεια, αυτό είναι να είσαι 17χρονος.»

~~~

Τα κρίνω, τα κατακρίνω, αλλά την ίδια στιγμή σκέφτομαι ότι αν έπρεπε να διαλέξω μάλλον θα διάλεγα τις πολύχρωμες παθιασμένες Γκρέτες αυτού του κόσμου. Θα διάλεγα τις μαθήτριές μου που τις είδα προχτές με τα χρωματιστά πλακάτ στο Σύνταγμα .

Χίλιες φορές μ’ αυτές απ’ το να σέρνω ξεθωριασμένα σημαιάκια στις επετειακές «αγωνιστικές» διαδρομές Χαυτεία – Σύνταγμα πιστεύοντας ότι αλλάζω το τίποτα και συντηρώντας τον μικροαστικό επαναστατισμό των βολεμένων αυτού του κόσμου.

Χίλιες φορές μ’ αυτές κι όποιος νομίζει ότι έχει ιδέες για κάτι διαφορετικό ας τις βάλει μπροστά και να δούμε τότε πόσα απίδια βάζει ο σάκος. Μέχρι τότε:

«καμαρωτά, χαρούμενα τα νιάτα
σαν σε χορό βαδίζουν πάντα μπρος,
φλόγα, ζωή και θέληση γεμάτα
κι είναι το πέρασμά τους όλο φως.

Τα νιάτα είμαστε μεις, της γης η ελπίδα,
αλί του π’ αντικρύ μας θα σταθεί.
μελίσσι από τη κάθε μια πατρίδα,
κινάμε να λυτρώσουμε τη γη
.» [4]


[1] Διονύσης Σαββόπουλος, Το χειμώνα ετούτο, 1983
[2] Διονύσης Σαββόπουλος, Τι έπαιξα στο Λαύριο, 1979
[3] Διονύσης Σαββόπουλος, Είδα τη Σούλα και τον Δεσποτίδη,1994
[4] Σοφία Μαυροειδή-Παπαδάκη, Ύμνος της ΕΠΟΝ, 1944
[5] http://bit.ly/2n68JGn

Category: Πλίνθοι & κέραμοι, Στους Imaginistes | Δεν επιτρέπεται σχολιασμός στο Γκρέτα