29 Ιουνίου 2019

Στους δικούς του δρόμους

Στο βάθος οι δυο άκρες του βουνού πλησιάζουν η μια την άλλη. Απάνεμος ο κόλπος, ήσυχος, με τα τζιτζίκια τον χαβά τους και τους λιγοστούς επισκέπτες στην τεράστια παραλία ακροβολισμένους στις ψάθινες ομπρέλες να μετακινούν τις ξαπλώστρες κυνηγώντας τη σκιά. Το μάτι τρέχει στις ανοιγμένες σελίδες, αλλά το μυαλό φεύγει σε άλλους δρόμους και αναγκάζεσαι κάθε τόσο να διαβάζεις ξανά και ξανά τα ίδια για να μην χάσεις τη σκέψη του συγγραφέα.

– Ίσως έπρεπε να πάρεις ένα άλλο βιβλίο. Βέμπερ[1] καλοκαιριάτικα δεν είναι και το καλύτερο.

– Δε φταίει αυτό. Και ξανά από την αρχή η σελίδα 98:

«Και πάνω απ’ όλα: μετά την εξέγερση των συναισθημάτων έρχεται η καθημερινότητα της συνήθειας, ο ήρωας της πίστης, η πίστη η ίδια μάλιστα, φθίνει ή -πράγμα ακόμη πιο δραστικό- γίνεται συστατικό της συμβατικής συνθηματολογίας των αγροίκων και των τεχνικών της πολιτικής… …Όμως αποτελεί προϋπόθεση επιτυχίας για κάθε μηχανισμό που υπηρετεί έναν ηγέτη το να επιστρέψουν οι οπαδοί του σε μια κενή και πεζή καθημερινότητα, το να επιτευχθεί μια ψυχική προλεταριοποίηση προς όφελος της «πειθαρχίας». Οι οπαδοί του μαχητή της πίστεως, στους θώκους της εξουσίας πλέον, εκφυλίζονται τις περισσότερες φορές πανεύκολα σε εντελώς συνηθισμένους εισοδηματίες.» [2]

Πότε πότε όλο και κάποιος ξεμυτίζει απ´ τη σκιά. Περπατάει πατώντας πότε στο ένα πόδι, πότε στο άλλο στα καυτά, χοντρά, γυαλιστερά βότσαλα της παραλίας κάνοντας περίεργες χορευτικές φιγούρες προσπαθώντας να ισορροπήσει μέχρι να πέσει στο νερό.

– Δε φτάνεις στη θάλασσα χωρίς παντόφλες. Να τις φορέσεις όταν είναι να μπεις.

«Θα θυμάστε, όποιοι από εσάς γνωρίζουν τον Ντοστογιέφσκι, τη σκηνή με τον Μεγάλο Ιεροεξεταστή όπου αναπτύσσεται εύστοχα το όλο ζήτημα. Δεν είναι δυνατόν ηθική του φρονήματος και ηθική της ευθύνης να συνυπάρξουν, ούτε γίνεται ν’ αποφανθεί κανείς ηθικά ποιος σκοπός αγιάζει ποιο μέσον από τη στιγμή που θα δεχτεί έστω και εν μέρει αυτή την αρχή.» [3]

Ανάσκελα στην επιφάνεια της θάλασσας. Βαθιά στο άνοιγμα του κόλπου, ακίνητος να σε παρασέρνει μόνο ο ελάχιστος κυματισμός.

Με το μισό σώμα κάτω απ’ το νερό και το μισό να το χτυπάει ο ανελέητος ήλιος.

Με τα αυτιά βυθισμένα ν’ ακούς αυτόν το περίεργο θόρυβο που κάνουν εκατομμύρια κόκκοι άμμου όταν τρίβονται ο ένας πάνω στον άλλον.

Με τα μάτια σφαλιστά να κυνηγάς τις μαύρες κουκκίδες που εμφανίζονται και εξαφανίζονται μπροστά σου. – Μυοψίες τις λέει ο οφθαλμίατρος καθώς εξηγούσε πώς σχηματίζονται.-

Ο επαναλαμβανόμενος θόρυβος και οι μαύρες κουκκίδες. Οι μαύρες κουκκίδες και ο επαναλαμβανόμενος θόρυβος. Και το μυαλό ν’ αδειάζει απ’ το τώρα και να γυρίζει εδώ κι εκεί άναρχα.

«Οι οπαδοί του κόμματος, προπάντων οι εργαζόμενοι και τα στελέχη του, προσδοκούν φυσικά για τον εαυτό τους οφέλη από τη νίκη του ηγέτη τους: αξιώματα ή άλλα προνόμια. Από εκείνον προσωπικά — όχι από τους επιμέρους βουλευτές, ή έστω όχι μόνον. Αυτό είναι εξαιρετικά σημαντικό. Προσδοκούν ιδίως ότι η δημαγωγική γοητεία της προσωπικότητας του ηγέτη προεκλογικά, θα φέρει στο κόμμα ψήφους και έδρες, και συνεπώς εξουσία, έτσι που η προσδοκώμενη ανταμοιβή τους να καταστεί πιθανότερη. Αλλά και στο επίπεδο των ιδεωδών, η ικανοποίηση να εργάζεται κανείς πιστά και αφοσιωμένα για έναν άνθρωπο και όχι απλώς για το αφηρημένο πρόγραμμα ενός κόμματος που, τελικά, το συναπαρτίζουν μετριότητες αποτελεί ισχυρό κίνητρο. Εδώ εδράζεται κι από εδώ εκπηγάζει το χαρισματικό στοιχείο κάθε ηγεσίας.» [4]

Στην άλλη άκρη της παραλίας οι γλάροι, ο ένας δίπλα στον άλλον, μια σειρά από γκριζόλευκες φιγούρες, στέκονται ακίνητοι στα βότσαλα. Κάθε τόσο ένας δυο σηκώνονται, αιωρούνται για λίγο στον καυτό αέρα και επιστρέφουν.

– Όλη την ώρα επαναλαμβάνουν το ίδιο. Δε βαριούνται;

«Απεναντίας, με συγκλονίζει απροσμέτρητα ένας ώριμος άνθρωπος – ασχέτως του αν είναι μικρός ή μεγάλος στα χρόνια -, που αισθανόμενος πραγματικά κι ολόψυχα την ευθύνη για τις συνέπειες των πράξεων του και πράττοντας με βάση την ηθική της ευθύνης, κάποια στιγμή θα πει: «Εδώ σταματώ, αυτό πιστεύω, δεν μπορώ να κάνω αλλιώς». Αυτή είναι μια στάση βαθιά ανθρώπινη που συγκινεί. Διότι μια τέτοια στιγμή μπορεί να προκύψει κάποια στιγμή στον καθέναν από εμάς, αν δεν έχει απονεκρωθεί εσωτερικά. Στο μέτρο αυτό η ηθική της ευθύνης και η ηθική του φρονήματος δεν είναι οι απόλυτοι αντίποδες, αλλά τμήματα συμπληρωματικά, και μόνον από κοινού συγκροτούν τον γνήσιο εκείνον άνθρωπο που είναι ικανός ν’ ανταποκριθεί στο «κάλεσμα της πολιτικής». [5]

– Θα μπορούσα να περάσω εδώ όλο το καλοκαίρι.


[1] Μαξ Βέμπερ, Η πολιτική ως κάλεσμα και επάγγελμα, Δώμα, 2019
[2]«ο ανθρώπινος μηχανισμός», σελ. 98
[3]«Η καθαγίαση των μέσων από τον σκοπό», σελ. 92
[4] «Σύγχρονη οργάνωση των κομμάτων», σελ. 57
[5] «Οι προσωπικές συνέπειες της εμπλοκής με την πολιτική.», σελ. 101

Category: Πλίνθοι & κέραμοι, Στους Imaginistes | Δεν επιτρέπεται σχολιασμός στο Στους δικούς του δρόμους
21 Ιουνίου 2018

Τα πιάτα ήταν στο τραπέζι

Τέλη Αυγούστου πριν από κάμποσα χρόνια κι ένα ακόμη ταξίδι στη Δυτική Μακεδονία. Αγαπημένος προορισμός οι Πρέσπες.

Διαμονή στον Άγιο Γερμανό, βόλτες με το βαρκάκι με τη μηχανή του να ξεσηκώνει τα πουλιά, γριβάδι και φασόλια στις ταβέρνες της περιοχής, ατέλειωτοι ποδαρόδρομοι στα μονοπάτια γύρω απ’ τις λίμνες.

-Τόσες φορές έχουμε έρθει και δεν πήγαμε ποτέ να δούμε τη σπηλιά – νοσοκομείο του Δημοκρατικού Στρατού.
– Αντέχεις μεσημεριάτικα να πάμε τώρα;

Στο Βροντερό ένα άλλο τοπίο. Θημωνιές αριστερά και δεξιά του δρόμου, γυναίκες με μαντήλια και μεγάλα χρυσά σκουλαρίκια, πρόσωπα διαφορετικά. Λες και περνούσες από βλαχοχώρι. Και ο αυγουστιάτικος ήλιος να τα καίει όλα.

– Καλά πάμε για τη σπηλιά;
– Τη σπηλιά του Κόκκαλη λέτε;
– Αυτή που ήταν νοσοκομείο στον εμφύλιο πόλεμο.
– Του Κόκκαλη. Όλο ευθεία αλλά δεν θα μπορέσετε να φτάσετε κοντά με τ΄ αυτοκίνητο. Θα περπατήσετε. Έβρεξε και ο δρόμος έχει χαλάσει.
~~~
– Τη βρήκατε;
– Δεν μπορέσαμε να φτάσουμε.
– Τώρα δεν έχει τίποτε μέσα. Τα κάψανε όλα. Πριν από χρόνια ήταν γεμάτη κρεβάτια απ΄το νοσοκομείο. Ήθελε άδεια απ’ τον στρατό για να μπεις. Από που είστε παιδιά; Η γιαγιά αρχίζει την κουβέντα στο καφενείο όπου γυρίσαμε κατακόκκινοι απ’ τον ήλιο, μοναδικοί θαμώνες.
– Από Αθήνα ερχόμαστε.
– Ξέρετε, εμείς δεν είμαστε από εδώ.
– Από που είστε;
– Είμαστε Βλάχοι. Στην Πρέβεζα μέναμε. Μας έφερε ο Παπάγος μετά το ’50. Ήρθε ο στρατός και μας πήρε. Το χωρίο το βρήκαμε άδειο. Πεντακόσιοι νοματαίοι μένανε μας είπαν. Μπήκαμε στα σπίτια των ανθρώπων και τα βρήκαμε όπως τα άφησαν. Ακόμα και τα πιάτα ήταν στο τραπέζι.
– Και που πήγαν;
– Πέρασαν απέναντι. Τ΄ άφησαν όλα εδώ. Ακόμα και τα πιάτα ήταν στο τραπέζι, επαναλάμβανε η γιαγιά.
– Δε γύρισε κανένας;
– Κανένας. Μείναν εκεί. Εμείς φτιάξαμε τις ζωές μας εδώ αλλά όλο και λιγοστεύουμε. Φεύγουν τα παιδιά. Τι να κάνουν;

Το βράδυ στο πανηγύρι η ορχήστρα τραγουδούσε μια ποντιακά, μια ηπειρώτικα και μια βαρούσαν τα χάλκινα. Μόνο που στα τελευταία πολλά τραγούδια δεν είχαν λόγια. Μόνο μουσική.

– Δεν τα πολυμιλάμε τώρα. Λένε απ’ τη διπλανή παρέα.

Ένας κόσμος που πήγε από «εκεί» και άφησε τα πιάτα στο τραπέζι, άνθρωποι που τους έβαλαν με το ζόρι να γεμίσουν το «κενό» στα σύνορα, τραγούδια χωρίς λόγια, μια γλώσσα που δεν ονοματίζεται. Ανθρώπινες ιστορίες που ανακατεύονται με Μεγαλέξανδρους και μακεδονομάχους. Ταυτότητες ανθρώπων που αναζητούν το φως, ταυτότητες ανθρώπων που ζητάμε να μείνουν στο σκοτάδι.

Category: Πλίνθοι & κέραμοι, Στους Imaginistes | Δεν επιτρέπεται σχολιασμός στο Τα πιάτα ήταν στο τραπέζι
25 Φεβρουαρίου 2018

Κουβέντες καφενείου περί ηθικής, νομιμότητας και μελιού

«Στη φοιτητριούλα που σ’ έχει ερωτευτεί
θα σε καταγγείλω πονηρέ πολιτευτή.
Τζάμπα χαραμίζει θα πάω να της πω
το νεανικό της και αγνό ενθουσιασμό.» [1]
~~~

– Ήρθε το πόρισμα της πολεοδομίας;

– Χτες μου το κοινοποίησαν.

– Καλά και τι περιμένεις και δεν μας το λες;

– Να διαβάστε το. Λέει ότι η σκάλα της εκκλησίας είναι μια αυθαίρετη κατασκευή που κτίστηκε στον κοινόχρηστο χώρο της πλατείας καθ’ υπέρβαση της αδείας, επιβάλει τα πρόστιμα που προβλέπονται, πάνω από 2.000€, και φυσικά διατάσσει την κατεδάφισή της.

– Δηλαδή όταν η Δημοτική μας Αρχή στο Δημοτικό Συμβούλιο έλεγε ότι όλα έγιναν σύμφωνα με το νόμο έλεγε ψέματα; [2]

– Φυσικά και έλεγε ψέματα. Δεν είναι άσχετοι όπως ισχυριζόσουν την άλλη φορά. [3]. Ούτε ναοδομίες υπάρχουν σήμερα για να δίνουν άδειες, έχουν καταργηθεί, ούτε η άδεια οικοδόμησης του ναού λέει ότι μπορεί να κτίζεις όπου θες και μάλιστα σε κοινόχρηστο χώρο. Αυτά είναι παραμύθια.

– Μα γιατί να πούνε ψέματα; Δεν ορκίστηκαν όλοι να υπερασπίζονται το δημόσιο συμφέρον;

– Ορκίστηκαν με παπάδες και μανουάλια. Κοντέψαμε να λιποθυμήσουμε απ’ το λιβάνι στην ορκωμοσία στο Δημαρχείο. Αλλά αυτά είναι ψιλά γράμματα. Ποιος θυμάται τώρα όρκους και οράματα; Τώρα πάμε για τις εκλογές.

~~~
«Θυμάσαι που βαλάντωνες εκεί στην εξορία
και διάβαζες και Ρίτσο και αρχαία τραγωδία;
τώρα κοκορεύεσαι επάνω στον εξώστη
και μιλάς στο πόπολο σαν τον ναυαγοσώστη.» [1]
~~~

– Αν είναι έτσι δεν τίθεται ένα ψιλοηθικό θεματάκι; Να μην πούμε και κάτι παραπάνω όταν συγκαλύπτεις καταπάτηση δημοσίου χώρου από έναν ιδιώτη;

– Όχι απλά συγκαλύπτεις. Συμμετέχεις στην καταπάτηση γιατί στο Δημοτικό Συμβούλιο τόνισαν όλο περηφάνια ότι η συγκεκριμένη κατασκευή έγινε ύστερα από συνεννόηση με τον Δήμο! [2] Για να καταλάβεις περνούσαν οι υπεύθυνοι, βλέπανε την παρανομία και λέγανε «παιδιά όλα καλά, συνεχίστε». Φυσικά και υπάρχει θέμα. Θα δούμε τι θα ειπωθεί και στο Δημοτικό Συμβούλιο και θα ρωτήσω και κάτι φίλους δικηγόρους.

– Σοβαρευτείτε! Μη λέτε μεγάλες κουβέντες! Η εκκλησία δεν είναι ένας οποιοσδήποτε ιδιώτης. Είναι η σωτηρία της ψυχής μας.

– Της ψυχής μας και των ψήφων μας.

– Πώς το είχαμε πει;

– Ευλογημένα ψηφουλάκια.

– Δεν ξέρω τι λέτε εσείς αλλά εμένα η σκάλα [4] αυθαίρετη – ξεαυθαίρετη μ’ αρέσει. Μαζί με τις άλλες δυο αυθαίρετες που κτίστηκαν παλιότερα δίνουν μια τέλεια ισορροπία στο οικοδόμημα. Αν μάλιστα της βάλουμε και μια μαρμάρινη επένδυση μ’ έναν μπρούτζινο δικέφαλο αετό αριστερά δεξιά θα γίνει κουκλι. Άσε που είναι και στην ευθεία απ’ τα σπίτια σας γκρινιάρηδες. Έρχεστε απ’ το στενό και τσουπ μέσα στον ναό. Δεν χρειάζεται να κάνετε κύκλο και να μπείτε απ’ την άλλη αυθαίρετη σκάλα από μπροστά.

– Καλά τώρα εσείς πιστεύετε στα σοβαρά ότι θα κατεδαφίσουν το αυθαίρετο;

– Γιατί όχι; Ο νόμος είναι σαφής. Δεν πρέπει ο Δήμος να πάρει πίσω τον κοινόχρηστο χώρο;

– Μ’ αρέσει η αισιοδοξία σου…

– Σκεφτείτε αν στο πιο κεντρικό σημείο του Δήμου μας γίνονται τέτοια, τι μπορεί να γίνεται και σε άλλα έργα που δεν τα πολυβλέπεις;

– Δεν είναι σωστό να γενικεύεις. Καθόλου σωστό.

– Τι να μη γενικεύω. Εδώ για παράδειγμα γεμίσανε χωρίς καμιά μελέτη κολονάκια τις διασταυρώσεις, πληρώσανε ένα σκασμό λεφτά, στην πορεία «ανακάλυψαν» ότι είναι παράνομα και τώρα πληρώνουν για να τα ξηλώσουν και δικαιολογούνται ότι τα βγάζουν γιατί λέει εμπεδώσαμε τη σωστή συμπεριφορά παρκαρίσματος!!! [5] Αντί να πούνε τουλάχιστον ένα συγγνώμη λάθος, μας δουλεύουν και από πάνω.

– Λάθος χρόνους και πρόσωπα χρησιμοποιείς. Δεν είναι «αυτοί πληρώσανε – αυτοί πληρώνουν». Είναι «εμείς πληρώνουμε».

– Καλά πώς δικαιολογούν όλοι τέτοιες καταστάσεις;

– Μη κάνετε ότι δεν καταλαβαίνετε. Είναι το λεγόμενο mode «πετάει – πετάει ο γάιδαρος». Λέει ο αρχηγός «όλα σωστά, οι άλλοι φταίνε», «όλα σωστά, οι άλλοι φταίνε» λένε εν χορώ και οι από κάτω. Πλειοψηφία έχουν, ό,τι θέλουν κάνουν. Βλέπεις κανέναν να παίρνει προσωπικές ευθύνες για κάτι το στραβό; Έτσι δουλεύει το σύστημα διαχρονικά και σε όλα τα επίπεδα.

– Αχ! Μα είναι τόσο γλυκιά αυτή η εξουσία;

– Μέλι. Μέλι θυμαρίσιο.

~~~
«Εκείνο που υψώνεται και σε εκμηδενίζει
είναι της καρδούλας μου το φως που ξεχειλίζει
και ότι σε γλιτώνει και σου δίνει την αιτία
είναι που χρειάζεται και η γραφειοκρατία.» [1]


[1] Διονύσης Σαββόπουλος, Πολιτευτής, 1979
[2] Συνεδρίαση Δημοτικού Συμβουλίου 15/11/17
[3] https://goo.gl/dL4rd2
[4] https://goo.gl/npHSDV
[5] https://goo.gl/R8pSW8


Category: Πλίνθοι & κέραμοι, Στους Imaginistes | Δεν επιτρέπεται σχολιασμός στο Κουβέντες καφενείου περί ηθικής, νομιμότητας και μελιού