10 Σεπτεμβρίου 2019

το τραγούδι

– Τι είναι οι μνήμες μας;

– Μικρά κομματάκια χρόνου που για κάποιο λόγο τρυπώνουν μέσα σου και περιμένουν μια αφορμή για να βγουν έξω. Κάποιες ανασύρονται ασυνείδητα, προσπαθούν να σταθούν στο σήμερα, μπλέκουν με την καθημερινότητα μέχρι να χαθούν πάλι.

~~~

Δε θυμάμαι τον τίτλο της ταινίας,

ούτε την υπόθεσή της,

μόνο θολές σκηνές,

και μας καθισμένους στα κόκκινα καθίσματα του επαρχιακού κινηματογράφου όταν, μαθητές Λυκείου πια, μπορούσαμε να κατεβούμε μόνοι μας στην πόλη μέχρι αργά το βράδυ.

Θολές σκηνές,

αλλά καθαρά να ακούγεται το τραγούδι του Paul Anka,

«And they called it puppy love
Oh I guess they’ll never know
» [1]

το τραγούδι που συνόδευε

την απέραντη θλίψη του πρωταγωνιστή.

για τον πρώτο του έρωτα,

την πρώτη απόρριψη,

«Oh please tell them it isn’t fair
To take away my only dream
» [1]

Έμεινε ίσως γιατί έφερνε στην επιφάνεια τους δικούς μας εφηβικούς έρωτες,

«And they called it puppy love
Just because we’re seventeen
» [1]

εκείνα τα πρώτα σκιρτήματα που ερχόταν μαζί με το πρώτο χνούδι στο χείλος, τα πρώτα τζιν, τις πρώτες έγχρωμες φωτογραφίες

«How can I
Oh how can I tell them?
This is not a puppy love
(This is not a puppy love)
» [1]


[1] Paul Anka, Puppy Love,
https://www.youtube.com/watch?v=NAtwI2poXXg

Category: Πλίνθοι & κέραμοι, Στους Imaginistes | Δεν επιτρέπεται σχολιασμός στο το τραγούδι
8 Σεπτεμβρίου 2019

ήχοι

~~~ α,

9.30,

Απ’ την ανοιχτή μπαλκονόπορτα μπαίνει η νύχτα, ο ζεστός αέρας,

οι ήχοι της πόλης:

– οι φωνές των παιδιών που παίζουν ακόμη στην παιδική χαρά,

– το ζευγαράκι που μαλώνει στο παγκάκι στον πεζόδρομο,

– τα μηχανάκια των ντελιβεράδων και τ’ αυτοκίνητα που μαρσάρουν ανεβαίνοντας την ανηφόρα μπροστά,

– το σκυλί που γαβγίζει στο μπαλκόνι στο βάθος,

και μπλέκονται με το βιβλίο:

~~~

«…Κλείνουν τα μαγαζιά στην αγορά, εκεί κάτω. Ο θόρυβος τούτος
από κλειδιά, λουκέτα, σιδερένια ρολά, πολύ μ’ αρέσει. «Τέλος. Τέλος.
Τέλος»,
είναι σα να φωνάζουν τα κλειδιά, από πόρτα σε πόρτα,
από λόφο σε λόφο, από χρόνο σε χρόνο, τούτοι οι χάλκινοι αγγελιαφόροι –
τέλος της εμπορίας και των συναλλαγών, – δε νομίζετε;

[…]

Πέρασαν πια τα χρόνια. Αλάφρωσα πολύ, παραβάρυνα. Χαίρομαι
αυτή την ελαφρότητα κι αυτό το βάρος. Ένα βαθύ χαμόγελο
με ανασηκώνει απ’ τις μασκάλες. Δεν πατώ στο χώμα, – ντρέπομαι
μη και με δει κανείς να περπατώ στον κήπο σαν πουλί. Ντρέπομαι
γι’ αυτή την παιδική μου ελαφρότητα. Αράζω εδώ στο παράθυρο
με τις βροχές, με τις λιακάδες, – δε χόρτασα ακόμη να βλέπω…
» [1]

~~~β,

η ώρα,

που περνάει με διαφορετική ταχύτητα κάθε φορά,

πρώτα έσβησαν οι φωνές των παιδιών,

το ζευγαράκι έχει φύγει, υποθέτω αγκαλιασμένο,

ένα αυτοκίνητο και σιωπή,

αλλά το σκυλί στο μπαλκόνι εξακολουθεί να γαβγίζει,

θα σταματήσει όμως,

όπως γίνεται κάθε βράδυ,

~~~

« ...Τα μεσάνυχτα
ακούω να πλαταγίζει ένα τραπεζομάντιλο σ’ ένα τραπέζι του κήπου.
Ένα καράβι περνάει με στον καθρέφτη. Μια σκοινένια σκάλα
κρεμιέται στον πολυέλαιο της σάλας. Αισθάνεσαι
την υγρασία που πέφτει στα παγκάκια των πάρκων· τις λειχήνες
που ντύνουν λίγο λίγο τα αγάλματα. Κι ύστερα πάλι ησυχία.

Τίποτα πια δεν περιμένω. Εδώ τελειώνω. Μόνο επάνω στον κλειστό γυναικωνίτη
ακούγεται τις νύχτες ασταμάτητος κείνος ο χτύπος
από τη χτένα του αργαλειού, κάτι υφαίνοντας, (δεν το ακούτε;) –
ένα ύφασμα ατελείωτο με αόριστα σχέδια, σε αόριστο χρόνο,
σε αόριστη μυστική αναμονή…
» [1]


[1] Γιάννης Ρίτσος, Χρυσόθεμις, Τέταρτη διάσταση (1956–1972)

Category: Πλίνθοι & κέραμοι, Στους Imaginistes | Δεν επιτρέπεται σχολιασμός στο ήχοι
3 Σεπτεμβρίου 2019

αφίσα

Στο Βιετνάμ πυρπόλησαν το ρύζι
πυρπόλησαν το ρύζι.
Στη Σαϊγκόν δεν μπορείς να ζήσεις,
δε σου ‘φτανε ο αέρας για να ζήσεις.
Τώρα, κρυμμένος στο ποτάμι, ανασαίνεις,
Φο Μι Τσιν, ανασαίνεις
με καλάμι
.[1]

~~~

– Τι είναι οι μνήμες μας;

– Μικρά κομματάκια χρόνου που για κάποιο λόγο τρυπώνουν μέσα σου και περιμένουν μια αφορμή για να βγουν έξω. Κάποιες ανασύρονται ασυνείδητα, προσπαθούν να σταθούν στο σήμερα, μπλέκουν με την καθημερινότητα μέχρι να χαθούν πάλι.

~~~

Ήταν η πρώτη αφίσα που κολλήθηκε στον τοίχο του δωματίου κάποια στιγμή στη Δευτέρα Λυκείου στα τέλη της δεκαετίας του ’70. Ο πόλεμος της ανεξαρτησίας στο μακρινό Βιετνάμ είχε τελειώσει λίγα χρόνια πριν κι ο απόηχός του έφτανε στη μικρή μας επαρχία και έπαιρνε μυθικές διαστάσεις.

Η ασπρόμαυρη φωτογραφία με τα διαπεραστικά μάτια, το αδιόρατο χαμόγελο και τα λόγια του από κάτω «Δεν υπάρχει τίποτα πιο ακριβό εκτός από την ανεξαρτησία και την ελευθερία» ακολούθησε τις μετακομίσεις σε φοιτητικά δωμάτια, παρακολουθούσε από ψηλά παθιασμένες συζητήσεις για την επανάσταση και τον άλλο κόσμο που θα ερχόταν, για το νέο σχολείο που θα φτιάχναμε, έβλεπε στωικά φοιτητικούς έρωτες και δράματα.

~~~

Φο Μι Τσιν, τι θα ‘κανες αλήθεια
τι θα ‘κανες αλήθεια,
τα παιδιά αν δεν τρώγανε σκουπίδια,
τα αεροπλάνα αν δεν καίγανε καλύβια;

Α! το κορίτσι σου θα ‘παιρνες για βόλτα
χέρι χέρι,
στο δάσος για βολτίτσα χέρι χέρι.
[1]

~~~

Δεν ξέρω αν υπάρχει ακόμα στο πατάρι με τις κούτες των σκονισμένων αναμνήσεων, αλλά έφτασε ένα άκουσμα στην τηλεόραση [2] για να έρθει πάλι στην επιφάνεια συμπαρασύροντας έναν ολόκληρο κόσμο που έφυγε.


[1] Διονύσης Σαββόπουλος, Βιετνάμ γιέ-γιέ, 1966
[2] Τέτοιες μέρες, στις 2 Σεπτεμβρίου του 1969, πέθανε στο Ανόι ο Χο Τσι Μιν, ο «θείος Χο», ηγέτης του κινήματος της ανεξαρτησίας του Βιετμάμ από το 1941.

Category: Πλίνθοι & κέραμοι | Δεν επιτρέπεται σχολιασμός στο αφίσα