– Θεωρείτε μάταιο το ότι γράψατε ποίηση; – Όχι δεν αισθάνομαι έτσι. Είναι αυτό που είναι. Ούτε μάταιο ούτε χρήσιμο. Μπρος στο άπειρο, τι σημασία έχει η ποίηση! [1]
~~~
«Δεν ήτανε ανάγκη βασίλισσα να με κάνεις του Περού. Ανάγκη ήτανε να σκύψεις από πάνω μου, να δω στα μάτια σου εκείνα τα δυο φωτάκια. Φωτάκια πού λένε ότι είμαι τ’ ονειρεμένο σου νησί στην Ωκεανία, ξωτικό, πρωτόγονο ηλιοπλημμυρισμένο, καθάρια γαλάζια τα νερά του, και οι βυθοί του ανθόσπαρτοι σαν το πιο γόνιμο χωράφι.»
Είναι τα βουνά στο βάθος που ασκούν αυτή την έλξη. Να ξεμακρύνεις απ’ τη γνωστή ακτή, τις οικείες φωνές και πρόσωπα, να διασχίσεις τη θάλασσα και να φτάσεις εκεί. Στο άγνωστο,
Στα απέναντι βουνά,
Μερικές φορές ολοκάθαρα, άλλες θολά, απροσδιόριστα, υποψία παρουσίας.
– Θα φτάσω απέναντι.
Και γελούσαν όλοι.
Κολυμπούσες, κολυμπούσες μα τα βουνά δεν πλησίαζαν ποτέ.
– Την επόμενη φορά θα τα καταφέρω.
Καλοκαίρια ολόκληρα.
Και τώρα,
παρόλο που ξέρεις το μάταιο του εγχειρήματος,
παρόλο που ξέρεις τι υπάρχει εκεί,
κάθε φορά που βρίσκεσαι στην ίδια θάλασσα απομακρύνεσαι όλο και περισσότερο απ’ την ακτή υποσυνείδητα πιστεύοντας ότι θα φτάσεις απέναντι.
«ο ελαιώνας γύρω η θάλασσα κι ακόμη ο ήλιος θάνατος μες στους θανάτους.» [1]
Μεσημέρι,
– Έχεις πάει στον Κήπο των Ηρώων; – Πάνε πολλά χρόνια. Κάνε μια στάση.
Κύματα καυτού αέρα κάνουν τις γαλανόλευκες στην είσοδο να κυματίζουν. Μέσα, ο Κήπος των Ηρώων σιωπηλός εκτός απ’τον ρυθμικό ήχο απ’ τα μπεκ που ποτίζουν το γκαζόν δημιουργώντας μικρά ουράνια τόξα .
«Θάνατος είναι οι κάργιες που χτυπιούνται στους μαύρους τοίχους και στα κεραμίδια,» [1]
Περπατάς στην ησυχία και το μάτι ταξιδεύει στους χαμηλούς σταυρούς κάτω από τους ίσκιους και τις φυτεμένες τσιμεντένιες κολόνες με τα καλώδια, τα ξεθωριασμένα μνημεία και τις προτομές, τα σκουριασμένα κανόνια στις τάπιες που σημαδεύουν τα αυτοκίνητα και τα σπίτια στον απέναντι δρόμο και φυσικά την πανταχού παρούσα πλαστική καρέκλα, σήμα κατατεθέν της νεοελληνικής μας πραγματικότητας. Εικόνες μελαγχολικού μεγαλείου με τις σκέψεις να πετάνε εδώ κι εκεί.
«Θάνατος οι λεροί κι ασήμαντοι δρόμοι, με τα λαμπρά μεγάλα ονόματά τους,» [1]
Δίπλα, πίσω απ’ τον πέτρινο τοίχο με τα αναρριχώμενα, το παλιό Νοσοκομείο Χατζηκώστα , εγκαταλελειμμένο, με τον χρόνο να το κατατρώει σιγά σιγά.
– Έχει πέσει η σκεπή και λένε ότι τα νερά κατέστρεψαν τα παλιά αρχεία που δεν τα είχαν πάρει.
– Πόσα χρόνια είναι κλειστό;
– Δεκαετίες. Κάθε τόσο πετάνε και μια ιδέα για την αξιοποίησή του, αλλά δε γίνεται τίποτα και αυτό απλά γκρεμίζεται.
«Αν τουλάχιστον, μέσα στους ανθρώπους αυτούς, ένας επέθαινε από αηδία… Σιωπηλοί, θλιμμένοι, με σεμνούς τρόπους, θα διασκεδάζαμε όλοι στην κηδεία.» [1]
– Πάμε. Περιμένουν οι άλλοι για φαγητό.Αφήνουμε πίσω τις σκιές του Κήπου με τα φαντάσματα των ηρωικών προγόνων(?), το νεοκλασικό ερείπιο του νοσοκομείου, απέναντι το χοτέλ λίμπερτι, τα είδη υγιεινής, τα μάρμαρα και το σούπερ μάρκετ στα κτίρια της σύγχρονης Ελλάδας και συνειδητοποιείς ξανά ότι αυτός ο τόπος παράγει πολύ περισσότερη ιστορία απ΄ότι μπορεί να διαχειριστεί. Πήξαμε στις «ηρωικές» πόλεις και τα χωριά, βολικό άλλοθι για τη διαχρονική ακινησία μας.
«θάνατος τα ζουμπούλια στο μπαλκόνι κι ο δάσκαλος με την εφημερίδα.» [1]
[1] Κ. Γ. Καρυωτάκης, Τα Ποιήματα (1913-1928), Αθήνα 1992
Category: Πλίνθοι & κέραμοι |
Δεν επιτρέπεται σχολιασμός στο με τα λαμπρά μεγάλα ονόματά τους