24 Ιουλίου 2018

Μόνο λύπη

Σιγά σιγά καθώς καταλαγιάζει το σοκ απ’ τις καταστροφικές φωτιές και το μάτι αρχίζει να «συνηθίζει» τις τρομακτικές εικόνες, αρχίζει πάλι αυτή η διαχρονική διαμάχη. Είναι τα ίδια πρόσωπα και οι οπαδοί τους που εναλλάσσουν ρόλους. Το μόνο που μένει σταθερό είναι το «λυπημένο» προσωπείο.

Όταν δεν κυβερνούν βλέπουν σοβαρότατες κυβερνητικές ευθύνες, λειψή προετοιμασία, λάθη στον συντονισμό, ανικανότητα και αδικαιολόγητη ολιγωρία

Όταν κυβερνούν βλέπουν σκοτεινές συνωμοσίες που σκοπό έχουν να πλήξουν την κυβέρνησή ΤΟΥΣ, ανεξέλεγκτα καιρικά φαινόμενα, ευθύνες των προηγούμενων για τη σημερινή κατάσταση.

Και εντός, εκτός και επί τα αυτά μια τρίτη κατηγορία που βλέπει μόνιμα οικοπεδοφάγους, αδηφάγα μονοπώλια, Τούρκους πράκτορες που θέλουν να λεηλατήσουν τη γη της Ελλαδίτσας μας. Αυτή τη γη που οι ίδιοι που μιλάνε πολλές φορές της έχουν αλλάξει τα φώτα με την παράνομη δόμηση, το σκουπιδαριό που πετάγεται ανεξέλεγκτα, με την κάθε αυθαιρεσία σε βάρος του δημόσιου χώρου, με την ανοχή τους και τη συμμετοχή τους σε μια ανερμάτιστη λειτουργία του κρατικού μηχανισμού.

Μόνο λύπη για τους νεκρούς γιατί για τα υπόλοιπα θα τα ξαναδιαπιστώσουμε ακριβώς με τον ίδιο τρόπο και την επόμενη φορά. 🙁

Category: Πλίνθοι & κέραμοι | Δεν επιτρέπεται σχολιασμός στο Μόνο λύπη
21 Ιουνίου 2018

Τα πιάτα ήταν στο τραπέζι

Τέλη Αυγούστου πριν από κάμποσα χρόνια κι ένα ακόμη ταξίδι στη Δυτική Μακεδονία. Αγαπημένος προορισμός οι Πρέσπες.

Διαμονή στον Άγιο Γερμανό, βόλτες με το βαρκάκι με τη μηχανή του να ξεσηκώνει τα πουλιά, γριβάδι και φασόλια στις ταβέρνες της περιοχής, ατέλειωτοι ποδαρόδρομοι στα μονοπάτια γύρω απ’ τις λίμνες.

-Τόσες φορές έχουμε έρθει και δεν πήγαμε ποτέ να δούμε τη σπηλιά – νοσοκομείο του Δημοκρατικού Στρατού.
– Αντέχεις μεσημεριάτικα να πάμε τώρα;

Στο Βροντερό ένα άλλο τοπίο. Θημωνιές αριστερά και δεξιά του δρόμου, γυναίκες με μαντήλια και μεγάλα χρυσά σκουλαρίκια, πρόσωπα διαφορετικά. Λες και περνούσες από βλαχοχώρι. Και ο αυγουστιάτικος ήλιος να τα καίει όλα.

– Καλά πάμε για τη σπηλιά;
– Τη σπηλιά του Κόκκαλη λέτε;
– Αυτή που ήταν νοσοκομείο στον εμφύλιο πόλεμο.
– Του Κόκκαλη. Όλο ευθεία αλλά δεν θα μπορέσετε να φτάσετε κοντά με τ΄ αυτοκίνητο. Θα περπατήσετε. Έβρεξε και ο δρόμος έχει χαλάσει.
~~~
– Τη βρήκατε;
– Δεν μπορέσαμε να φτάσουμε.
– Τώρα δεν έχει τίποτε μέσα. Τα κάψανε όλα. Πριν από χρόνια ήταν γεμάτη κρεβάτια απ΄το νοσοκομείο. Ήθελε άδεια απ’ τον στρατό για να μπεις. Από που είστε παιδιά; Η γιαγιά αρχίζει την κουβέντα στο καφενείο όπου γυρίσαμε κατακόκκινοι απ’ τον ήλιο, μοναδικοί θαμώνες.
– Από Αθήνα ερχόμαστε.
– Ξέρετε, εμείς δεν είμαστε από εδώ.
– Από που είστε;
– Είμαστε Βλάχοι. Στην Πρέβεζα μέναμε. Μας έφερε ο Παπάγος μετά το ’50. Ήρθε ο στρατός και μας πήρε. Το χωρίο το βρήκαμε άδειο. Πεντακόσιοι νοματαίοι μένανε μας είπαν. Μπήκαμε στα σπίτια των ανθρώπων και τα βρήκαμε όπως τα άφησαν. Ακόμα και τα πιάτα ήταν στο τραπέζι.
– Και που πήγαν;
– Πέρασαν απέναντι. Τ΄ άφησαν όλα εδώ. Ακόμα και τα πιάτα ήταν στο τραπέζι, επαναλάμβανε η γιαγιά.
– Δε γύρισε κανένας;
– Κανένας. Μείναν εκεί. Εμείς φτιάξαμε τις ζωές μας εδώ αλλά όλο και λιγοστεύουμε. Φεύγουν τα παιδιά. Τι να κάνουν;

Το βράδυ στο πανηγύρι η ορχήστρα τραγουδούσε μια ποντιακά, μια ηπειρώτικα και μια βαρούσαν τα χάλκινα. Μόνο που στα τελευταία πολλά τραγούδια δεν είχαν λόγια. Μόνο μουσική.

– Δεν τα πολυμιλάμε τώρα. Λένε απ’ τη διπλανή παρέα.

Ένας κόσμος που πήγε από «εκεί» και άφησε τα πιάτα στο τραπέζι, άνθρωποι που τους έβαλαν με το ζόρι να γεμίσουν το «κενό» στα σύνορα, τραγούδια χωρίς λόγια, μια γλώσσα που δεν ονοματίζεται. Ανθρώπινες ιστορίες που ανακατεύονται με Μεγαλέξανδρους και μακεδονομάχους. Ταυτότητες ανθρώπων που αναζητούν το φως, ταυτότητες ανθρώπων που ζητάμε να μείνουν στο σκοτάδι.

Category: Πλίνθοι & κέραμοι, Στους Imaginistes | Δεν επιτρέπεται σχολιασμός στο Τα πιάτα ήταν στο τραπέζι
20 Μαΐου 2018

Δεν δικαιούσαι να ομιλείς

Βλέπω τον κ. Μπουτάρη, λίγο μικρότερος απ’ τους γονείς μου, πεσμένο στο έδαφος κι από πάνω του «περήφανους πατριώτες» να τον κλωτσάνε γιατί λέει έχει περίεργες απόψεις που δεν τις κρατάει για τον εαυτό του, αλλά τις εκφράζει, αν είναι δυνατόν, δημόσια.

Γεγονός δηλαδή ανεπίτρεπτο στη χώρα της φαιδράς πορτοκαλέας όπου ο πασαένας που ζώνεται μια ελληνική σημαία κι έναν δικέφαλο αυτόματα αποκτά το δικαίωμα να συνετίζει τους διαφορετικούς.

Βλέπω τη φωτογραφία ξανά και ξανά, κοιτάζω τα θυμωμένα βλέμματα, διαβάζω λόγια όλο αγανάκτηση για τον βέβηλο που μαγάρισε τα ιερά και τα όσια της φυλής και νιώθω ότι τα έχω ξαναδεί αυτά τα πρόσωπα, έχω ξανακούσει αυτά τα λόγια.

Τα έχω ξαναδεί, τα έχω ξανακούσει πολλές φορές μέχρι σήμερα όταν άνθρωποι νοικοκυραίοι, άνθρωποι «καθώς πρέπει», μεταμορφώνονται σε αρπακτικά.

Ποτέ δεν είναι μόνοι τους. Πάντα θέλουν κι άλλους δίπλα τους. Το πλήθος, και τα τελευταία χρόνια το διαδίκτυο, τους αλλάζει. Απασφαλίζουν και εκδηλώνουν ένα πρωτόγονο θυμό γι’ αυτούς που αποκλίνουν απ’ τα κουτάκια που έχουν στο μυαλό τους σαν «το σωστό».

Απασφαλίζουν και μεταμορφώνονται σε αρπακτικά για λίγο όμως, όσο είναι με το πλήθος, όσο πληκτρολογούν πίσω από τις οθόνες γιατί την επομένη θα τους δεις να σταυροκοπιούνται στην εκκλησία, να στέκονται κλαρίνο στον εθνικό ύμνο με δάκρυα στα μάτια, να φιλάνε το χέρι του δεσπότη και να τηλεφωνούν όλο σεβασμό στον βουλευτή τους για να τους εξυπηρετήσει.

«Ο φανατικός, γράφει ο Άμο Οζ, ενδιαφέρεται πάντα περισσότερο για σένα παρά για τον εαυτό του.
Είναι πάρα πολύ αλτρουιστής. Θέλει να σε αλλάξει. Συνεχώς λέει ότι σε αγαπάει και θέλει να σε αλλάξει. Όλη την ώρα όμως ασχολείται με τα δικά σου.
Πέφτει συνεχώς στον λαιμό σου για να σε αγκαλιάσει.
Αν αποδειχθεί ότι τελικά δεν αλλάζεις και τόσο εύκολα, τότε θα σε στραγγαλίσει.»

Category: Πλίνθοι & κέραμοι | Δεν επιτρέπεται σχολιασμός στο Δεν δικαιούσαι να ομιλείς