Αλλά δεν ασχολούνταν κανείς

Κοιτάζω τα πρόσωπα στις φευγαλέες εικόνες της τηλεόρασης, διαβάζω το κείμενο [1] της ανακοίνωσης, τις επαναστατικές κορώνες που κατακλύζουν τα δίκτυα και πάλι χάνομαι.
Χρόνια πριν, στις «καλές» τις εποχές.
Ήταν μια χαρά. Με το σπίτι, το εξοχικό, τις βόλτες τους. Κάποια στιγμή όλα χάθηκαν. Ανοίχτηκαν στη δουλειά παραπάνω απ’ όσο έπρεπε, αλλιώς τα λογάριασαν και…
…Ένα πρωί χτύπησε η πόρτα του σπιτιού τους, μπήκαν μέσα δυο με κουστούμια, και τους έδιωξαν. Έτσι απλά. Πουλήθηκε λέει σε άλλον. Το αυτοκίνητο, το εξοχικό, το πατρικό είχαν κατασχεθεί πιο πριν σε μια ανέλπιδη προσπάθεια να σωθεί κάτι.
Εκείνος δεν άντεξε, έφυγε γρήγορα. Εκείνη μόνη με το παιδί μάζεψε τα κομμάτια της σε μια φτηνή γκαρσονιέρα, πέρασε κάποιους μήνες στη φυλακή στον Κορυδαλλό για τα χρέη και βγαίνοντας, ξανάστησε τη ζωή της βυθισμένη όπως πάντα στα πλεκτά της, τα βιβλία της, στον μικρόκοσμό της. Πικραμένη αλλά χαμογελαστή. Βοηθήσαν οι γύρω όσο μπορούσαν. Χωρίς τυμπανοκρουσίες, σιωπηλά, όπως είναι η πραγματική αλληλεγγύη. Η ίδια δεν ζήτησε τίποτε, δεν απαίτησε τίποτε. Δεν τα ‘ριξε στους άλλους, ούτε στο κακό το ριζικό. Από μικρή έτσι έκανε. Ήταν στάση ζωής. Ξανά απ’ την αρχή σ’ αυτόν τον αέναο αγώνα της καθημερινότητας.
– Όλα θα πάνε καλά. Θα τα καταφέρουμε. Σιγοψιθύριζε.
Χρόνια πριν, στις «καλές» τις εποχές.
«Δεν ήμουν η μόνη» μου έλεγε. «Τότε γνώρισα έναν άλλον κόσμο. Πολλούς σαν εμένα που χάσανε τα σπίτια τους, μπαίνανε στη φυλακή για τα χρέη, κάποιοι δεν άντεξαν και έφυγαν.»
Αλλά δεν ασχολούνταν κανείς.
Ήταν βλέπεις η εποχή της «ευημερίας» για την μικροαστούρα της Ελλάδας. Το χρήμα έρεε εύκολο για να αγοράζουν μεγάλα σπίτια με εξωπραγματικά δάνεια, για να παίζουν στα χρηματιστήρια, για να φορτώνουν τις κάρτες.
«Δεν ήμουν η μόνη» μου έλεγε. «Τότε γνώρισα έναν άλλον κόσμο. Πολλούς σαν εμένα που χάσανε τα σπίτια τους, μπήκανε στη φυλακή για τα χρέη, κάποιοι δεν άντεξαν και έφυγαν.»
Αλλά δεν ασχολούνταν κανείς.
Το «κίνημα» ήταν απασχολημένο με το πότε θα βγούμε στη σύνταξη και πώς θα τσιμπήσουμε κανένα επιδοματάκι. Το ΠΑΣΟΚ και η ΝΔ είχαν να μοιράσουν παράδες και ρουσφέτια, οι άλλοι οραματιζόταν στις συνεδριάσεις και στα ταβερνεία επαναστάσεις. Όλοι ευχαριστημένοι και τραγουδούσαν τα βράδια στα νεομπουζουξίδικα πάνω από γεμάτες πιατέλες «αχ! το σπιτάκι μας στη Δραπετσώνα» ρίχνοντας δυο στροφές.
Τα πάντα στον αυτόματο με τις κατεστραμμένες ζωές σκιές στο παράλληλο σιωπηλό σύμπαν. Άσε που με ένα δανειάκι ή από το τροφαντό εφάπαξ έπαιρνες και ένα καλό σπίτι φτηνά στον πλειστηριασμό.
Τα θυμάσαι αυτά, την κοιτάς να πλέκει, να διαβάζει, να χαμογελάει και νιώθεις κάπως βλέποντας τους συντρόφους να είναι στα κεραμίδια για τα σπίτια των μεγάλων δανεικών. Να ανακαλύπτουν τον πόνο όταν χτυπάει και τη δική ΤΟΥΣ πόρτα ή όταν νομίζουν ότι θα τους φέρει τα ζεστά ψηφουλάκια παραζαλισμένων μικροαστών. [2]
Τα θυμάσαι αυτά και νιώθεις κάπως όταν ζητάνε απ’ τους άλλους να τους «σώσουν» για να μην χάσουν τη ψευδαίσθηση της ευημερίας που απέκτησαν με δανεικά. Το σπιτάκι ΤΟΥΣ. Και το τραγικό όχι μόνο να το ζητούν αλλά να το απαιτούν!
Τα θυμάσαι αυτά και νιώθεις κάπως όταν τους βλέπεις να ταυτίζουν ανερυθρίαστα την εξέγερση του Πολυτεχνείου με το σπιτάκι ΤΟΥΣ!!!! [3] και να νομίζουν ότι κάνουν επανάσταση όταν φωνάζουν το σύνθημα «κανένα σπίτι στα χέρια τραπεζίτη». Μέχρι να πληρώσουν οι άλλοι τα δανεικά και όλα πάλι μέλι γάλα. Ο καθένας στην κανονικότητά του.
Ελλάδα του 2015. Αγώνας ταξικός για το σπιτάκι ΜΟΥ, τη βόλεψή ΜΟΥ. Τρέμε Μαρξ. Οι μικροαστοί επαναστατούν και η γη σείεται.
Τρεις Σαμουράι, Δυο Ζόμπι κι Ένα Νερόφιδο τραγουδά ο Τοτέμ [4] & Reset!
Αλλά πού είναι κρυμμένο αυτό το κουμπάκι;
[1] http://goo.gl/MwG4mt
[2] http://goo.gl/luPn5T
[3] https://goo.gl/aOUUH9
[4] https://goo.gl/gE4UpW

